Η συνταγή της αποτυχίας
Με απλά λόγια, όταν η οικονομία ευρίσκεται σε μία τέτοια κατάσταση, όπου όλοι προσπαθούν να περιορίσουν τις δαπάνες τους, οπότε μειώνονται η συνολική ζήτηση, η κατανάλωση και οι επενδύσεις, ενώ δεν αυξάνονται οι εξαγωγές, εάν το κράτος περιορίσει και αυτό τις δαπάνες του, ιδίως τις δημόσιες επενδύσεις, τότε επιδεινώνονται τρομακτικά τα οικονομικά μεγέθη – οπότε η χώρα βυθίζεται σε έναν καθοδικό σπειροειδή κύκλο ύφεσης, χωρίς καμία απολύτως δυνατότητα να επιβιώσει.
Σε ένα τέτοιο σημείο βρέθηκε ακόμη και η Γερμανία το 2008/2009, όπου όμως το κράτος αντέδρασε αυξάνοντας τις δαπάνες του – μεταξύ άλλων επιδοτώντας σε πανευρωπαϊκό επίπεδο τις αυτοκινητοβιομηχανίες, κάτι που δεν επέτρεψε βέβαια σε καμία άλλη χώρα.
Εάν τώρα, όπως στην περίπτωση της Ελλάδας, το κράτος είναι μέλος μίας ελαττωματικής νομισματικής ένωσης, μη έχοντας τη δυνατότητα μίας ανεξάρτητης νομισματικής πολιτικής, καθώς επίσης έναν δανειστή ύστατης ανάγκης, μία δική του κεντρική τράπεζα δηλαδή, τότε είναι καταδικασμένο – με μοναδική δυνατότητα του την εξασφάλιση του δανεισμού του από τις πλεονασματικές χώρες της ένωσης, έτσι ώστε να εφαρμόσει μία αντικυκλική πολιτική (αύξηση των δημοσίων επενδύσεων, μείωση των φόρων).
Όταν όμως οι πλεονασματικές χώρες της ένωσης αρνούνται να του παρέχουν βοήθεια, απαιτώντας δομικές μεταρρυθμίσεις με κέντρο βάρους τις μειώσεις μισθών και συντάξεων, καθώς επίσης τις αυξήσεις των φόρων, όπως η Γερμανία από την Ελλάδα το 2010, τότε η κατάσταση του επιδεινώνεται ραγδαία – με τελική κατάληξη τη μετατροπή του σε προτεκτοράτο. Αναλυτικότερα, ο πρώτος τρόπος υπολογισμού του ΑΕΠ είναι ο εξής:
.
ΑΕΠ = Κατανάλωση + Δημόσιες δαπάνες + Ιδιωτικές επενδύσεις + {Εξαγωγές – Εισαγωγές}
.
Με βάση τον παραπάνω τύπο, όταν όλες οι συνισταμένες του ΑΕΠ είναι αρνητικές, τότε δεν αποφεύγεται η ύφεση – οπότε η μείωση των εσόδων του δημοσίου, η αύξηση των ελλειμμάτων του προϋπολογισμού, η κλιμάκωση του χρέους κοκ. Το ίδιο συμβαίνει και με τον επόμενο τύπο υπολογισμού του ΑΕΠ, σύμφωνα με τον οποίο
.
ΑΕΠ = Κατανάλωση + Αποταμιεύσεις + Φόροι
.
Όταν αυξάνονται οι φόροι, ιδίως οι άμεσοι όπως ο ΦΠΑ, οι οποίοι επηρεάζουν τα ασθενή εισοδηματικά στρώματα, τότε μειώνονται τόσο οι αποταμιεύσεις, όσο και η κατανάλωση – οπότε υποχωρεί ολόκληρη η οικονομική δραστηριότητα του κράτους, με τις ίδιες παραπάνω οδυνηρές συνέπειες.
.
Το πρωτογενές πλεόνασμα
Συνεχίζοντας, όταν όλες σχεδόν οι χώρες της Ευρωζώνης, όπως η Γαλλία και η Ισπανία, εμφανίζουν μεγάλα ελλείμματα στον προϋπολογισμό τους, είναι ένα κακόβουλο αστείο να απαιτείται από την Ελλάδα πρωτογενές πλεόνασμα – ειδικά μετά από το εκ προμελέτης έγκλημα των μνημονίων.
Προφανώς βέβαια δεν εξαρτάται από την πολιτική βούληση της κυβέρνησης, καθώς επίσης από τις όποιες ικανότητες της να το πετύχει – κάτι που ισχύει και για την αύξηση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας, αφού ακόμη και η Γερμανία τα κατάφερε ύπουλα, σε πολύ καλύτερες εποχές, με τη βοήθεια της ΕΚΤ (ανάλυση).
Από την άλλη πλευρά, γεγονός που αποτελεί την καλύτερη απόδειξη της αποτυχίας της πολιτικής λιτότητας, καμία χώρα της Ευρωζώνης, με εξαίρεση τη Γερμανία, δεν αναπτύσσεται – ενώ όλοι οι οικονομικοί δείκτες της Ελλάδας έχουν καταρρεύσει, με την ανεργία να ακολουθεί «κατά πόδας» την πτώση της βιομηχανικής παραγωγής (γράφημα).
.

.
Περαιτέρω, μόνο η Γερμανία ωφελείται από την ελαττωματική κατασκευή της Ευρωζώνης, καθώς επίσης από την κρίση χρέους – μέσω της πολιτικής του μερκαντιλισμού που υιοθέτησε κακόβουλα το 2000, καθώς επίσης της μειωμένης ισοτιμίας του ευρώ, η οποία της εξασφαλίζει τεράστια πλεονάσματα (σχεδόν 8%) στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών.
Εάν όμως κάποια στιγμή η Γερμανία χάσει τα πλεονεκτήματα της, είτε επειδή θα διαλυθεί η Ευρωζώνη με αφετηρία την Ελλάδα, είτε λόγω του ότι θα αποφασίσουν κάποια στιγμή οι χώρες εκτός της Ευρωζώνης να υπερασπίσουν την ισοτιμία των νομισμάτων τους απέναντι στο ευρώ, υποτιμώντας τα, ειδικά οι Η.Π.Α. και η Κίνα, τότε η χώρα θα αντιμετωπίσει τεράστια προβλήματα.
Το γεγονός αυτό τεκμηριώνει το μέγεθος της ανοησίας της γερμανικής κυβέρνησης, η οποία προτιμάει να χάσει τα 220 δις € των ετησίων πλεονασμάτων της, για να μην δανεισθεί με ευνοϊκούς όρους η Ελλάδα μόλις 86 δις € για τρία χρόνια – εκ των οποίων μόνο ένα μικρό μέρος (28-30%) θα προερχόταν από την ίδια.
.
Επίλογος
Η Ελλάδα ευρίσκεται σε μία καλή διαπραγματευτική θέση, αν και πολύ χειρότερη από το παρελθόν, η οποία της επιτρέπει να απαιτήσει την ονομαστική διαγραφή του δημοσίου χρέους της κατά τουλάχιστον 50%, μία περίοδο χάριτος για την αποπληρωμή των υπολοίπων με ρήτρα εξαγωγών, καθώς επίσης την έγκριση ενός αναπτυξιακού πακέτου μέτρων.
Οι Η.Π.Α. είναι υπέρ μίας τέτοιας συμφωνίας, όπως αποδεικνύουν οι δηλώσεις του ΔΝΤ, η Γερμανία απλά μπλοφάρει, αφού θα ήταν ανόητο να διακινδυνεύσει τη διάλυση του ευρώ ή την εμβάθυνση της κρίσης χρέους, με την Ιταλία να παίρνει τη σκυτάλη, ενώ η Ελλάδα έχει το δίκιο με το μέρος της – αφενός μεν επειδή οδηγήθηκε σκόπιμα στη χρεοκοπία, αφετέρου λόγω του ότι η καταστροφή της οικονομίας της οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στο χάος που προκάλεσαν τα μνημόνια.
Αυτό που απαιτείται είναι η πολιτική σταθερότητα, με έναν κεντρικό στόχο: τη διαγραφή του δημοσίου χρέους, μέσω της οποίας θα ανακτούσε ο δημόσιος τομέας της χώρας τη χαμένη του πιστοληπτική ικανότητα (ανάλυση).
Έτσι θα μπορούσε να δρομολογήσει η κυβέρνηση τη διαγραφή ενός μέρους του ιδιωτικού χρέους, αποκαθιστώντας την ικανότητα των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων να δανείζονται – οπότε να επιλυθεί το πρόβλημα της στενότητας ρευστότητας, αφού το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος των χρημάτων (90%) παράγεται από τις εμπορικές τράπεζες, μέσω της διαδικασίας του δανεισμού.
Υπενθυμίζουμε εδώ πως για κάθε 100 € δάνειο απαιτείται μόλις 1 € εγγύηση στην ΕΚΤ, οπότε το 99% είναι ουσιαστικά αέρας – αρκεί να υπάρχουν αξιόχρεοι δανειολήπτες, οι οποίοι να έχουν στην κατοχή τους σωστά αποτιμημένα πάγια (ακίνητα, καταθέσεις κλπ.).
Μόνο με τη διαγραφή χρεών η χώρα θα μπορέσει να εισέλθει σε πορεία ανάπτυξης, οπότε να αποκατασταθούν οι τιμές των περιουσιακών στοιχείων των Ελλήνων – όπου μέχρι σήμερα έχει χαθεί πάνω από 1 τρις €, ειδικά λόγω της κατάρρευσης των τιμών των ακινήτων, των εισοδημάτων, καθώς επίσης των μετοχών του χρηματιστηρίου.
Ολοκληρώνοντας, δεν μπορεί να υπάρχουν Έλληνες ή οικονομολόγοι που τάσσονται υπέρ των μνημονίων, όπως αυτά που επιβλήθηκαν στη χώρα μας, ενώ σχεδιάζεται να συνεχιστούν – αφού ακόμη και η κοινή λογική τα απορρίπτει, χωρίς δεύτερη σκέψη.
Επομένως, η λύση της διαγραφής χρεών είναι μονόδρομος, εάν θέλουμε να ξεφύγουμε από την άτακτη χρεοκοπία και τη δραχμή – η οποία θα μας οδηγούσε σε μία καταστροφή άνευ προηγουμένου στη μακραίωνη ιστορία μας.
.
