ΜΑΚΡΟ-ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ

ΜΕΡΚΕΛ, Η ΜΕΡΚΑΝΤΙΛΙΣΤΡΙΑ

Print Friendly
Πρόθεση της Γερμανίας είναι η ηγεσία της ένωσης, με τη χρήση των οικονομικών όπλων της εσωτερικής υποτίμησης και της υπερχρέωσης των εταίρων της
.

Σύμφωνα με πρόσφατο άρθρο γερμανικής εφημερίδας (Frankfurter Rundschau), το οποίο βασίζεται σε λεπτομερείς έρευνες εκ μέρους της, τα αποτελέσματα των διαπραγματεύσεων της χώρας με τα συνδικάτα, σε σχέση με τις συλλογικές συμβάσεις του 2011, ήταν απίστευτα απογοητευτικά. Στους τρεις μεγαλύτερους κλάδους της ηγετικής οικονομίας της Ευρώπης (στην οικοδομή, στο δημόσιο και στη χημική βιομηχανία), οι αυξήσεις των εργαζομένων το 2011, σε σχέση με το 2010, θα είναι μεταξύ 2% και 2,6%.

Εάν αφαιρέσει κανείς τον πληθωρισμό, τότε δεν πρόκειται πλέον για αύξηση αλλά, αντίθετα, για μείωση των πραγματικών αμοιβών των εργαζομένων. Δηλαδή, οι Γερμανοί εργαζόμενοι θα γίνουν ουσιαστικά φτωχότεροι το 2011, παρά το υψηλό ρυθμό ανάπτυξης της οικονομίας τους (3,5%), σε συνδυασμό με τη μεγάλη μείωση της ανεργίας – η οποία «ανάγκασε» τη χώρα να ανοίξει τα σύνορα της σε εργαζομένους άλλων χωρών.

Έτσι λοιπόν, σύμφωνα με κάποιους «έγκυρους» Γερμανούς, η χώρα τους συνεχίζει «απτόητη» να συμβάλλει τα μέγιστα στη διεύρυνση των ευρωπαϊκών ασυμμετριών και επομένως στην «κρίση της Ευρώπης» – δυστυχώς, με τη βοήθεια τόσο των εργοδοτών, όσο και των συνδικάτων των εργαζομένων της.

Ειδικότερα, η εσωτερική ζήτηση των Γερμανών Πολιτών, η οποία απαιτείται για την εξισορρόπηση των ευρωπαϊκών ανισοτήτων, δεν πρόκειται να αυξηθεί, όσο μειώνονται οι πραγματικοί μισθοί της συντριπτικής πλειοψηφίας των εργαζομένων – προς όφελος της γερμανικής βιομηχανικής ολιγαρχίας και των τοκογλυφικών τραπεζών. Επομένως, η «μεθοδικά εγκληματική πορεία» της εσωτερικής υποτίμησης εκ μέρους της Γερμανίας συνεχίζεται εντός της Ευρωζώνης – με αποτέλεσμα να δυσκολεύονται περαιτέρω οι προσπάθειες της Ελλάδας, της Ισπανίας, της Ιταλίας, της Γαλλίας, της Πορτογαλίας κλπ., όσον αφορά την αύξηση της ανταγωνιστικότητας τους (επίσης της ΕΚΤ, όσον αφορά την νομισματική πολιτική της και ειδικά τα βασικά επιτόκια).

Συνεχίζοντας, η ανταγωνιστικότητα είναι ουσιαστικά ένα σχετικό και όχι ένα απόλυτο μέγεθος. Για όσο χρονικό διάστημα λοιπόν οι αμοιβές στη Γερμανία δεν αυξάνονται, η ανταγωνιστικότητα της ισχυροποιείται περαιτέρω, οπότε η χώρα δεν υποχωρεί καθόλου από την «μερκαντιλιστική» εξαγωγική στρατηγική της – η οποία, χαρακτηριστική των απολυταρχικών, φεουδαρχικών πολιτευμάτων του 17ου αιώνα και της αποικιοκρατίας, ορίζεται περιληπτικά ως εξής:

“Ο μερκαντιλισμός είναι μία κεντρική, συστηματική οικονομική πολιτική, όπου τα δημόσια έσοδα είναι απαραίτητα για τη συντήρηση της πολυέξοδης κρατικής εξουσίας, καθώς επίσης της επεκτατικής πολιτικής. Τα «μερκαντιλιστικά μέτρα» είναι τα εξής: 

(α) η αύξηση της εξαγωγής προϊόντων (β) η μείωση των εισαγωγών (γ) η δημιουργία «ισχυρού στόλου» για τη μεταφορά των προϊόντων και την αποφυγή τυχόν πολεμικών συγκρούσεων (δ) η δημιουργία οδικού δικτύου και (ε) η ίδρυση αποικιών, σε συνεργασία με τις ισχυρές επιχειρήσεις εμπορίου κλπ. της «επιτιθέμενης» χώρας – όπου οι αποικίες θα έπρεπε να μένουν σε απόλυτη εξάρτηση από τη μητρόπολη.

Περαιτέρω στο θέμα μας, τα πραγματικά αίτια της υφιστάμενης ευρωπαϊκής κρίσης είναι οι οικονομικές ανισότητες των διαφόρων χωρών της ΕΕ – όπου κάποια κράτη εμφανίζουν τεράστια πλεονάσματα του εξωτερικού ισοζυγίου τους (μόνο το Μάρτιο η Γερμανία εξήγαγε εμπορεύματα κατά 15 δις € περισσότερα από αυτά που εισήγαγε), παράγοντας περισσότερα εμπορεύματα και υπηρεσίες από όσα χρειάζονται ή καταναλώνουν, ενώ κάποια άλλα εμφανίζουν αντίστοιχα σχεδόν ελλείμματα, παράγοντας λιγότερα από όσα απαιτούνται (ή καταναλώνοντας περισσότερα, όπως δυστυχώς στο παράδειγμα της Ελλάδας).

Το παραπάνω είναι σαφώς αποτέλεσμα της διαφορετικής μισθολογικής πολιτικής των χωρών μεταξύ τους, η οποία «εκβάλλει» στην ανταγωνιστικότητα. Εάν θεωρήσουμε λοιπόν ότι, μία ήπια ετήσια αύξηση των μισθών των εργαζομένων οφείλει να υπερβαίνει το άθροισμα του πληθωρισμού και της παραγωγικότητας, οι αυξήσεις των Γερμανών εργαζομένων θα έπρεπε να είναι τουλάχιστον 3% ετήσια (2% πληθωρισμός και 1% παραγωγικότητα), από το έτος εισόδου της χώρας στην Ευρωζώνη.

Εν τούτοις, οι πραγματικές αμοιβές των Γερμανών (Πίνακας Ι) όχι μόνο δεν αυξήθηκαν αλλά, αντίθετα, παρέμειναν σχεδόν σταθερές όλα αυτά τα χρόνια – με αποτέλεσμα οι τιμές των γερμανικών προϊόντων να μειώνονται συνεχώς.

ΠΙΝΑΚΑΣ Ι: Εξέλιξη αμοιβών με κριτήριο (100) το 1995

Έτη

Γερμανία

Γαλλία

Ιταλία

Ισπανία

 
1995

100

100

100

100

2000

100

103

110

112

2005

101

111

128

132

Πηγή: Zeit

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

Όπως φαίνεται από τον Πίνακα Ι (μεγέθη κατά προσέγγιση, επειδή προέρχονται από διάγραμμα), οι μισθοί στη Γερμανία παρέμειναν σταθεροί, σε αντίθεση με όλες τις άλλες χώρες της Ευρωζώνης. Εάν δε πάρουμε σαν αρχή το 2000, από 100 τότε μειώθηκαν στο περίπου 87 (πηγή: AMECO) – δηλαδή, κατά 13%.

Την ίδια ακριβώς «πορεία» ακολούθησαν και οι τιμές παραγωγής των προϊόντων της Γερμανίας, με αποτέλεσμα (α) να αυξάνονται οι εξαγωγές της (β) να επιδοτείται (ύπουλα ουσιαστικά) η βιομηχανία της (επιχειρήσεις, εμπόριο) από την εσωτερική υποτίμηση, καθώς επίσης (γ) να μειώνονται οι εισαγωγές της – χωρίς την παραμικρή αντίδραση των εργαζομένων της, για τους οποίους η ισχύς της χώρας τους είναι υπεράνω όλων (γερμανική υπεροψία).   

Η Γερμανία λοιπόν ακολούθησε μία έντονη εσωτερική υποτιμητική πολιτική, εις βάρος των εργαζομένων της, καθώς επίσης εις βάρος της Ευρωζώνης, η οποία οδηγήθηκε στα όρια της διάλυσης (άρθρο μας) – ενώ, με κριτήριο τις πρόσφατες κλαδικές μισθολογικές συμφωνίες, συνεχίζει στον ίδιο δρόμο, αδιαφορώντας εντελώς για τις υπόλοιπες χώρες.

Επομένως, δεν μπορεί παρά να συμπεράνει κανείς ότι, πρόθεση της είναι η «μερκαντιλιστική» ηγεσία της Ευρώπης, με τη χρήση των οικονομικών όπλων της εσωτερικής υποτίμησης και της υπερχρέωσης των εταίρων της – έτσι ώστε να δανείζονται με συνεχώς αυξανόμενα επιτόκια, από την ίδια ή άλλους, μειώνοντας την ανταγωνιστικότητα τους και συμβάλλοντας στη γερμανική υπεροχή.

Εάν τώρα η Γερμανία «συνεργάζεται» με τις υπερχρεωμένες, αλλά στρατιωτικά και επιχειρηματικά/χρηματοοικονομικά πανίσχυρες Η.Π.Α., σε μία από κοινού αντιμετώπιση της «κινεζικής επιδημίας», όπου μία ενδεχόμενη στάση πληρωμών της υπερδύναμης (εθελούσια φυσικά), θα λειτουργούσε παράλληλα, είναι πολύ δύσκολο να το γνωρίζουμε – αν και θα εξηγούσε σε κάποιο βαθμό την παράδοξη πρόσκληση του ΔΝΤ στην Ευρωζώνη, εκ μέρους της πολιτικής ηγεσίας της Γερμανίας. Επίσης, θα ερμήνευε την απίστευτη νέα επίθεση στη χώρα μας, με τη βοήθεια των CDS (η επόμενη λήξη τους είναι η 30η Ιουνίου του 2011), καθώς επίσης με τα υπόλοιπα οικονομικά όπλα μαζικής καταστροφής (εταιρείες αξιολόγησης κλπ).

Ας μην ξεχνάμε ότι ο καπιταλισμός, στη μονοπωλιακή του μορφή, αντιμετωπίζει «κυκλικά» το δίλημμα: πληθωρισμός ή χρεοκοπία (στάση πληρωμών) – σαν αποτέλεσμα της «φυσιολογικής» λεηλασίας του παραγόμενου πλούτου, από την εκάστοτε «ελίτ». Με πιθανότερο ενδεχόμενο δε να μην αναλάβουν οι Η.Π.Α. το ρίσκο του υπερπληθωρισμού, λόγω της πολυπολιτισμικής δομής τους (θα προκαλούνταν τεράστιες κοινωνικές αναταραχές), η στάση πληρωμών θα ήταν ίσως η πλέον «ορθολογική» λύση του προβλήματος της υπερχρέωσης του δημοσίου τομέα τους, σε συνδυασμό με την αντιμετώπιση της ασιατικής απειλής («το τερπνό μετά του ωφελίμου»).

Ολοκληρώνοντας, κάποια χρόνια πριν από την κρίση (2005), είχε γραφτεί το παρακάτω, ελαφρά διαμορφωμένο άρθρο στο γερμανικό Τύπο:

Merkel, η μερκαντιλίστρια……. Εάν η Γερμανία συνεχίσει να φέρεται όπως στο παρελθόν, θα οδηγηθούμε στο εξής δίλημμα: Είτε η Ιταλία, η Ισπανία και η Γαλλία θα εγκαταλείψουν την Ευρωζώνη, θα υποτιμήσουν το νόμισμα τους και θα εξαφανίσουν με μία κίνηση τα ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα που εξασφάλισε εις βάρος τους η Γερμανία, είτε θα ακολουθήσουν την ίδια πολιτική εσωτερικής υποτίμησης – με αποτέλεσμα να οδηγηθεί η Ευρωζώνη σε μία «χρόνια ύφεση», ανάλογη της Ιαπωνικής.

Τέλος, δημοσιογράφος γερμανικής εφημερίδας πρόσφατα έγραψε περίπου τα εξής: “Ένοχοι της ευρωπαϊκής κρίσης δεν είναι οι Έλληνες, οι οποίοι χρωστούν (επειδή δεν έλεγχαν όπως έπρεπε κάποιους διεφθαρμένους πολιτικούς τους). Επίσης όχι οι Ισπανοί, οι οποίοι υποφέρουν από την κρίση των ακινήτων, ούτε βέβαια και οι Ιρλανδοί – οι οποίοι δεν επέβλεπαν όπως έπρεπε τις τράπεζες τους.

Οι κυριότεροι ένοχοι της κρίσης της Ευρωζώνης είναι οι Γερμανοί, οι οποίοι για τουλάχιστον έξι χρόνια «έπαιζαν πονηρά» – αποδομόντας το κοινωνικό κράτος, εκμεταλλευόμενοι τη ζήτηση και τα χρέη των «εταίρων» τους, καθώς επίσης «εξάγοντας ανεργία» σε μεγάλο βαθμό. Το αργότερο μετά το 2005 έπρεπε να αποκατασταθεί η ισορροπία στην ανταγωνιστικότητα – με τους γερμανικούς μισθούς να αυξάνονται τουλάχιστον κατά 3% ετήσια. Το ότι αυτό δεν συνέβη ούτε το 2011, σήμερα δηλαδή, σημαίνει ότι η Γερμανία δεν ενδιαφέρεται καθόλου για το μέλλον της Ευρωζώνης”.

Κλείνοντας, κάποιες φορές είναι φυσικό (αλλά και επιθυμητό) να είναι εσφαλμένες τόσο οι σκέψεις, όσο και οι συνειρμοί ή οι «φόβοι» μας. Εν τούτοις, θεωρώντας ότι είναι προτιμότερα τα λάθη από την αδράνεια, δεν μπορούμε παρά να διατυπώνουμε τις «ενστάσεις» μας – ευχόμενοι να είναι σωστές τόσο οι προθέσεις της Γερμανίας, όσο και των Η.Π.Α. ή του ΔΝΤ. 

.

ΥΠΕΝΘΥΜΙΣΗ ΠΑΛΑΙΟΤΕΡΩΝ ΚΕΙΜΕΝΩΝ

(α)  Τρόποι υπονόμευσης της Δημοκρατίας

Παράλληλα με τις ευρωπαϊκές ασυμμετρίες και τα τεχνάσματα του ΔΝΤ, είχαμε αναφέρει τα παρακάτω, σε προηγούμενο κείμενο μας :

“Ανεξάρτητα από τον καπιταλισμό-καζίνο και τα σύγχρονα πολεμικά όπλα του απολυταρχικά μονοπωλιακού, επεκτατικού χρηματοπιστωτικού θηρίου, οφείλουμε να υπενθυμίσουμε ότι, στη Ν. Κορέα η υπονόμευση της Δημοκρατίας από το ΔΝΤ υπήρξε εντελώς απροκάλυπτη.

Ειδικότερα, το τέλος των διαπραγματεύσεων με το Ταμείο συνέπιπτε με τις τότε προγραμματισμένες προεδρικές εκλογές – ενώ τα προεκλογικά προγράμματα δύο εκ των υποψηφίων κομμάτων ήταν αντίθετα προς τις πολιτικές του ΔΝΤ (όπως συμβαίνει σήμερα στη χώρα μας, όπου κάποια κόμματα της αντιπολίτευσης είναι εντελώς αντίθετα με το «μνημόνιο» – αν και δεν είναι σαφής η θέση τους, σε σχέση με τον οργανισμό που το επιβάλλει: με τους συνδίκους του διαβόλου δηλαδή οι οποίοι, εάν δεν «εκδιωχθούν» το συντομότερο δυνατόν, θα οδηγήσουν την Ελλάδα είτε στην υποδούλωση, είτε στη χρεοκοπία).

Σε μία ασυνήθιστα ανοιχτή παρέμβαση λοιπόν στις πολιτικές διαδικασίες ενός ανεξάρτητου έθνους, το ΔΝΤ αρνήθηκε να αποδεσμεύσει τα χρήματα (τη δόση), μέχρι οι τέσσερις κυριότεροι κομματικοί υποψήφιοι της Ν. Κορέας να δεσμευθούν ότι, εάν «νικούσαν» στις εκλογές, θα ακολουθούσαν «απαρέγκλιτα» τους κανόνες του ΔΝΤ. Χάρη σε αυτόν ακριβώς τον «εκβιασμό» το ΔΝΤ θριάμβευσε, αφού όλοι οι υποψήφιοι (κυβέρνηση και αντιπολίτευση) δήλωσαν γραπτά, εγγυήθηκαν δηλαδή, ότι θα ακολουθούσαν πιστά την πολιτική του. Ας ελπίσουμε ότι δεν θα συμβεί κάτι ανάλογο στην Ελλάδα, πριν από τη «δόση» του Ιουνίου – ή, το αργότερο, πριν από τη διεξαγωγή των επομένων εκλογών.

Παράλληλα υπενθυμίζουμε ότι, οι ιδιωτικοποιήσεις στη Βολιβία εκ μέρους του σοσιαλιστή πρωθυπουργού της, πυροδότησαν μία σειρά από «πολέμους» – αρχικά τον «πόλεμο του νερού» εναντίον της Bechtel, η οποία είχε αγοράσει το σύστημα ύδρευσης (ΕΥΔΑΠ-ΕΥΑΘ) και είχε αυξήσει τις τιμές κατά 300%, στη συνέχεια τον «πόλεμο των φόρων» εναντίον του σχεδίου του ΔΝΤ που προέβλεπε τη φορολόγηση των μισθωτών (απόλυση ΔΥ, περικοπές μισθών κλπ) για να μειωθεί το δημοσιονομικό έλλειμμα, καθώς επίσης τον «πόλεμο του φυσικού αερίου» (τη «μάχη της ΔΕΗ» στο παράδειγμα της χώρας μας)”.

(β)  Η χρηματοδότηση του Ελληνικού χρέους

Επίσης σε προηγούμενο άρθρο μας (η ώρα των αποφάσεων) είχαμε επισημάνει ότι, “Η λύση του προβλήματος της Ελλάδας δεν είναι άλλη, από την «εκδίωξη» του ΔΝΤ και την αποπληρωμή του συνολικού δημοσίου χρέους της σε 40 ισόποσες ετήσιες δόσεις, με επιτόκιο ίσο με αυτό που δανείζονται οι τράπεζες – με το βασικό της ΕΚΤ (1,25%).

Στην περίπτωση αυτή, οι ετήσιοι τόκοι για το σύνολο των χρεών μας (περί τα 340 δις €, εκ των οποίων τα 100 δις € ανήκουν σε Έλληνες – τράπεζες, ασφαλιστικά ταμεία, αμοιβαία, ιδιώτες), θα ήταν περίπου 4,25 δις € το πρώτο έτος (μειούμενοι στη συνέχεια), ενώ τα χρεολύσια 8,5 δις € το χρόνο – συνολικά 12,75 δις €. Εάν από το έλλειμμα του 2011 (20,857 δις €), αφαιρέσουμε τους τόκους (15,92 δις €) και προσθέσουμε τα «νέα τοκοχρεολύσια» (12,75 δις €), το συνολικό ποσόν που θα απέμενε για χρηματοδότηση θα ήταν 17,68 δις € (όσο είναι περίπου σήμερα οι ετήσιοι τόκοι που πληρώνουμε).

Αυτά τα 17,68 δις € θα μπορούσαν να χρηματοδοτηθούν με την έκδοση Εθνικών ομολόγων σε ετήσια βάση (εσωτερικός δανεισμός), έως εκείνο το χρονικό σημείο που θα καλύπτονταν από τα πλεονάσματα του προϋπολογισμού (σωστή αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας, μείωση των περιττών κρατικών δαπανών, φορολόγηση των «εμπορικών» πολυεθνικών επί του τζίρου κλπ) – κάτι που θα μπορούσε να επιτευχθεί, εάν βέβαια επανερχόταν η αισιοδοξία στην Ελλάδα, μέσα από την προοπτική για το μέλλον (εξόφληση του χρέους σε 40 έτη, με 1,25%), καθώς επίσης εάν κέρδιζε η Πολιτεία την εμπιστοσύνη των Πολιτών της.

Όλα όσα αναφέρονται λοιπόν, σε σχέση με την άρνηση χρέους (απεχθές), με την επιμήκυνση των 110 δις € μετά το 2013, με την επαναγορά χρέους κλπ., είναι εντελώς εκτός πραγματικότητας – με εξαίρεση ίσως την άμεση διαγραφή 40-50% του χρέους, η οποία όμως θα κατάστρεφε τις ελληνικές τράπεζες, τα ασφαλιστικά ταμεία, τους ιδιώτες επενδυτές κλπ., ενώ θα προκαλούσε μία μεγάλη, αλυσιδωτή αντίδραση στην Ευρωζώνη, με απρόβλεπτα αποτελέσματα.

Σε κάθε περίπτωση, το πρόβλημα της χώρας μας δεν είναι το τι θα συμβεί μετά το 2013, αλλά το πώς θα εξασφαλισθεί σήμερα ο βραχυπρόθεσμος δανεισμός των 22,54 δις €, ή 1,88 δις € μηνιαία (με αρχή τον Ιανουάριο του 2011), έτσι ώστε να εξοφλούνται οι μηνιαίες υποχρεώσεις του κράτους μας (μισθοί, συντάξεις κλπ) – κάτι που θεωρούμε πολύ δύσκολο μετά το πρώτο εξάμηνο του έτους που διανύουμε (ήδη δανειζόμαστε με τρίμηνη λήξη, γεγονός που σημαίνει ότι υπάρχει μεγάλη ανάγκη βραχυπρόθεσμης ρευστότητας – ενώ ο προϋπολογισμός μας εμφανίζει μεγαλύτερα ελλείμματα των προγραμματισμένων).

Κατά την άποψη μας, εάν δεν περιορισθούν οι τόκοι και δεν διακανονισθεί το συνολικό δημόσιο χρέος, οι πιθανότητες επίλυσης του προβλήματος σήμερα είναι σχεδόν ανύπαρκτες. Εάν η κυβέρνηση μας είχε ενεργοποιηθεί σωστά και έγκαιρα, καθώς επίσης εάν δεν είχαμε υποχρεωθεί στην «υφεσιακή» πολιτική του ΔΝΤ, η Ελλάδα θα είχε μεν δυσκολίες, αλλά δεν θα αντιμετώπιζε αδιέξοδα – πόσο μάλλον την απειλή της χρεοκοπίας”.

Σχετικά με τον Αρθρογράφο

Βασίλης Βιλιάρδος

Βασίλης Βιλιάρδος

Οικονομολόγος

E-mail: viliardos@analyst.gr

Ειδικότητα: Mάκρο-οικονομικά / Πολιτική Οικονομία

Συμφωνείτε ή διαφωνείτε; Συντάξτε την άποψή σας

Απόψεις και σχόλια

/* ]]> */