Η εμπειρία της Ισλανδίας (β) - Analyst.gr - Οικονομικές ειδήσεις, Γεωοικονομικές αναλύσεις, Πολιτική, Αγορές
ΜΑΚΡΟ-ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ

Η εμπειρία της Ισλανδίας (β)

Email this page.
Print Friendly

ΕΙΚΟΝΑ---γενική,-επιχειρήσεις,-εμπόδια. Η εμπειρία της Ισλανδίας (β)

Η ύπαρξη ενός απατεώνα εντός της ευρωπαϊκής οικογένειας, καθώς επίσης το μνημόνιο, μας υποχρεώνουν να αναζητήσουμε βιώσιμες εναλλακτικές λύσεις – θεωρώντας πως ο χρόνος που διαθέτουμε δεν ξεπερνάει τα δύο έτη

(To άρθρο αποτελείται από 2 Σελίδες)

.

«Εάν η Ελλάδα κατάφερνε να διαγράψει ένα μεγάλο μέρος του χρέους της, όχι επειδή θα το αρνούταν, αλλά λόγω του ότι το δικαιούται ως αποζημίωση για τις καταστροφές των μνημονίων, έτσι ώστε να είναι χαμηλότερο του 100% του ΑΕΠ, καθώς επίσης να μετατρέψει το υπόλοιπο σε εθνικό νόμισμα, θα υπήρχε ζωή εκτός του ευρώ.

Κάτι τέτοιο θα απαιτούσε βέβαια επί πλέον ένα χρονικό διάστημα προετοιμασίας τουλάχιστον δύο ετών, έτσι ώστε να λύσει τα τεράστια προβλήματα της – όσον αφορά τους ελλειμματικούς Θεσμούς, τη δημιουργία ενός ορθολογικού επιχειρηματικού και φορολογικού πλαισίου, το μηδενισμό της γραφειοκρατίας, την καταπολέμηση της διαφθοράς, της διαπλοκής, του πελατειακού κράτους και της φοροδιαφυγής, καθώς επίσης τη δημιουργία επαναλαμβανόμενων, σταθερών πλεονασμάτων στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της (άρθρο).

Ακόμη και τότε όμως, θα έπρεπε να ηγείται της χώρας μία ικανότατη κυβέρνηση, η οποία θα πλαισιωνόταν από μία αντίστοιχα ικανή αντιπολίτευση – καθώς επίσης από ανάλογα μικρότερα κόμματα, τα οποία θα ενδιαφερόταν περισσότερο για το καλό της πατρίδας τους και λιγότερο για το δικό τους».

.

Ανάλυση

Δεν ήμασταν ποτέ υπέρ της εξόδου της χώρας μας από την Ευρωζώνη, συνεχίζοντας να πιστεύουμε στα μεγάλα οφέλη μίας έντιμης νομισματικής ένωσης – ειδικά κάτω από τις συνθήκες της σημερινής, ασύμμετρης παγκοσμιοποίησης. Εν τούτοις, αφενός μεν ένας οικονομολόγος οφείλει να αναλύει ακόμη και αυτά, με τα οποία δεν συμφωνεί, αφετέρου πρέπει να προετοιμασθεί ένα εναλλακτικό σχέδιο εκτάκτου ανάγκης για την Ελλάδα – κυρίως για τα εξής:

(α) Επειδή υπάρχει ένας αποδεδειγμένα ανήθικος, αμετανόητος απατεώνας εντός της ευρωπαϊκής οικογένειας («δανεισθήκαμε» τη φράση από το γερμανικό Focus, από τότε που είχε το θράσος να κατηγορεί την Ελλάδα) ο οποίος, εάν δεν αποχωρήσει ή εάν δεν εκλογικευθεί, θα την οδηγήσει σύντομα στη διάλυση της.

Εννοούμε προφανώς τη Γερμανία, όχι μόνο για το σκάνδαλο της VW, το οποίο είναι απλά η κορυφή του παγόβουνου (άρθρο), αλλά, κυρίως, για το μισθολογικό dumping που εγκαινίασε το 2000, με στόχο να απομυζεί τους εταίρους της – καθώς επίσης τη χρησιμοποίηση της ΕΚΤ για τους δικούς της ιδιοτελείς στόχους (ανάλυση).

(β)  Λόγω του ότι υπογράφηκε ένα τρίτο μνημόνιο, εύλογα δυστυχώς μετά την καταστροφική επτάμηνη οικονομική διαχείριση της χώρας μας, το οποίο θα την οδηγήσει στην καταναγκαστική έξοδο από την Ευρωζώνη, λεηλατημένη και εξαθλιωμένη – ευχόμενοι φυσικά να κάνουμε λάθος, αν και η ποιότητα της πολιτικής μας ηγεσίας δεν δημιουργεί ανάλογες ελπίδες.

Περαιτέρω, αναφερόμενοι στην πρόσφατη κρίση της Ισλανδίας στο πρώτο μέρος της ανάλυσης μας (πηγή), μίας φιλελεύθερης οικονομίας με εμπειρία πολλών αιώνων άμεσης δημοκρατίας, τεκμηριώσαμε πως δεν είναι μόνο οι Έλληνες αυτοί που κάνουν λάθη – ενώ οι κατηγορίες εναντίον της χώρας μας δεν στηρίζονται σε σωστές βάσεις (άρθρο).

Ειδικότερα, το ότι οι τράπεζες της Ισλανδίας διογκώθηκαν σε τέτοιο βαθμό, ώστε να χρεοκοπήσουν, συμπαρασύροντας ολόκληρη τη χώρα, σημαίνει πως η κυβέρνηση της δεν λειτούργησε αποτελεσματικά – οπότε οι Πολίτες της δεν έκαναν τη σωστή επιλογή. Κάτι ανάλογο συνέβη ουσιαστικά και στην Ελλάδα, επί πλέον των προβλημάτων που προκλήθηκαν λόγω της ΕΚΤ (νομισματική πολιτική προσαρμοσμένη αποκλειστικά στις γερμανικές ανάγκες), καθώς επίσης εξαιτίας της Γερμανίας (μερκαντιλισμός).

Όσον αφορά δε τις πολιτικές παρατάξεις που τάσσονται υπέρ της δραχμής, το γεγονός ότι είναι σχεδόν στο σύνολο τους αριστερές, μάλλον αποπροσανατολίζει τους Έλληνες – πόσο μάλλον οι τρόποι/δρόμοι που προτείνονται, οι οποίοι είναι μη ρεαλιστικοί εάν όχι παιδαριώδεις, καθώς επίσης ανεφάρμοστοι στην πράξη. Συνεχίζοντας στο θέμα της Ισλανδίας τα εξής:

.

Η αύξηση της ζήτησης

Όπως αναφέραμε στο πρώτο μέρος, όταν μετά την κρίση ήταν επειγόντως απαραίτητη η αύξηση της ζήτησης και η μείωση της ανεργίας, επιτεύχθηκαν και τα δύο με τη βοήθεια της νομισματικής υποτίμησης – παρά το ότι οι εξαγωγές της Ισλανδίας περιορίζονται στα ψάρια, καθώς επίσης στο αλουμίνιο, οπότε υπήρχε φόβος πως δεν θα ήταν αρκετές για την αντιστροφή της τάσης.

Οι εξαγωγές της αυξήθηκαν σχεδόν αμέσως σε όρους κορώνας κατά 53%, ενώ οι εισαγωγές της μειώθηκαν κατά 20%, λόγω του συντονισμού των τιμών με το εθνικό νόμισμα – όπως συνέβη και στη Ρωσία, μετά την υποτίμηση του ρουβλίου.

Ειδικότερα, η Ισλανδία εισήγαγε λιγότερα προϊόντα σε ποσότητες, αλλά είχε μεγαλύτερο τζίρο στο δικό της νόμισμα – ενώ, επειδή το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών μετρείται σε όρους εθνικού νομίσματος και όχι σε ποσότητες, ένας τέτοιος συντονισμός των τιμών φτάνει θεωρητικά για να το εξισορροπήσει.

Λίγο αργότερα ξεκίνησε στη νομισματική ένωση το πείραμα της εσωτερικής υποτίμησης, με πρώτο πειραματόζωο την Ελλάδα – δηλαδή, η μείωση των ονομαστικών μισθών, η οποία ποτέ μέχρι τότε δεν είχε γίνει αποδεκτή από τους εργαζομένους, με στόχο την πτώση των τιμών, έτσι ώστε να αυξηθεί η ανταγωνιστικότητα.

Εν τούτοις, επειδή η μείωση των μισθών δεν περιόρισε ανάλογα το κόστος ζωής στη χώρα, όπως συμβαίνει με την υποτίμηση ενός νομίσματος (τα ενοίκια, για παράδειγμα), ενώ λειτούργησε αρνητικά για την εγχώρια ζήτηση, αφού μείωσε την κατανάλωση, οπότε τις επενδύσεις, το ΑΕΠ και τα έσοδα του δημοσίου, η οικονομική κατάσταση της Ελλάδας επιδεινώθηκε ραγδαία.

Αντίθετα, στην Ισλανδία δεν υπήρξαν μειώσεις των ονομαστικών μισθών, αφού συνέχισαν να αυξάνονται σταθερά (γράφημα) – οπότε δεν σημειώθηκε κανένα πρόβλημα στην εγχώρια ζήτηση, λειτουργώντας θετικά για την ανεργία, από την οποία άλλωστε δεν εξαρτώνται μόνο οι δαπάνες του δημοσίου αλλά, επίσης, το ασφαλιστικό.

.

ΓΡΑΦΗΜΑ - Ισλανδία, Ελλάδα, μισθοί, κόστος εργασίας

.

Περαιτέρω, η Ισλανδία δεν δίστασε να χρησιμοποιήσει το δεύτερο «μηχανισμό στήριξης» μίας οικονομίας σε περιόδους κρίσης, την αύξηση των δημοσίων δαπανών – σε αντίθεση με την Ευρωζώνη, η οποία επέβαλλε την πολιτική λιτότητας σε χώρες όπως η Ελλάδα, μία από τις βασικές υποχρεώσεις της οποίας είναι ο περιορισμός των δαπανών του δημοσίου (προφανώς δεν εννοούμε τις σπατάλες, οι οποίες πρέπει πάντοτε να καταπολεμούνται).

Όπως φαίνεται από το γράφημα που ακολουθεί (πηγή: D. Ehnts), η Ισλανδία αύξησε το 2008 τις δαπάνες της, το επόμενο έτος τις διατήρησε σταθερές, ενώ αμέσως μετά συνέχισαν την ανοδική τους πορεία. Αν και δεν είχε δε τη δυνατότητα να τις αυξήσει σε μεγάλο βαθμό, συνέβαλλαν στην ανάκαμψη της χώρας – κάτι που δεν συνέβη στην Ελλάδα, με αποτέλεσμα να καταρρεύσει κυριολεκτικά η οικονομία της.

.

ΓΡΑΦΗΜΑ - Ισλανδία, οικονομία

.

Συμπεραίνεται από το γράφημα πως, παρά το ότι το έλλειμμα του προϋπολογισμού της Ισλανδίας ήταν σημαντικό το 2008, στη συνέχεια περιορίστηκε – έχοντας ισοσκελισθεί το 2014, χωρίς να μειωθούν οι μισθοί και οι δημόσιες δαπάνες. Δεν χρειάσθηκε λοιπόν να βυθιστεί η χώρα στη φτώχεια και στην εξαθλίωση, καθώς επίσης να αναγκασθεί να υπηρετεί συνεχή μνημόνια, τα οποία δεν οδηγούν πουθενά – ενώ δεν υποχρεώθηκε να εκποιήσει τη δημόσια περιουσία της.

Συνεχίστε στη 2η σελίδα (…)

Σχετικά με τον Αρθρογράφο

Βασίλης Βιλιάρδος

Βασίλης Βιλιάρδος

Οικονομολόγος

E-mail: viliardos@analyst.gr

Ειδικότητα: Mάκρο-οικονομικά / Πολιτική Οικονομία

Συμφωνείτε ή διαφωνείτε; Συντάξτε την άποψή σας

Απόψεις και σχόλια

/* ]]> */