ΜΑΚΡΟ-ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΑΦΕΤΗΡΙΑ

Print Friendly
Εάν δεν υπάρξει η βούληση για μία από κοινού αρμονική ανάπτυξη, είναι καλύτερα να υποχωρήσει η Ευρωζώνη στην προηγούμενη της κατάσταση, με την υιοθέτηση των εθνικών νομισμάτων – με στόχο να ξεκινήσει από την αρχή η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση
.

«Πολύ λίγοι από εμάς αντιλαμβανόμαστε με πειστικό τρόπο την έντονα ασυνήθη, ασταθή, περίπλοκη, αναξιόπιστη και προσωρινή φύση της οικονομικής οργάνωσης, μέσω της οποίας έχει ζήσει η Δυτική Ευρώπη τον τελευταίο μισό αιώνα. Υποθέτουμε ότι κάποια από τα πιο ιδιάζοντα και προσωρινά των πρόσφατων πλεονεκτημάτων μας είναι φυσικά, μόνιμα και αξιόπιστα, ενώ καταστρώνουμε ανάλογα τα σχέδια μας.

Επάνω σε αυτό το αμμώδες και τεχνητό θεμέλιο απεργαζόμαστε την κοινωνική βελτίωση και προετοιμάζουμε τα πολιτικά μας προγράμματα, επιδιώκουμε τις εχθρότητες μας και τις ιδιαίτερες φιλοδοξίες μας, ενώ αισθανόμαστε ότι έχουμε αρκετό διαθέσιμο περιθώριο για να ενθαρρύνουμε την εμφύλια διαμάχη στην ευρωπαϊκή οικογένεια – αντί να την κατευνάζουμε. 

Παρακινούμενος από παράλογη αυταπάτη και απερίσκεπτη αυτοεκτίμηση, ο γερμανικός λαός ανέτρεψε τα θεμέλια, επάνω στα οποία ζούσαμε και κτίζαμε όλοι μας……..Δεν πρέπει λοιπόν ποτέ να διαπραγματεύεσαι με έναν Γερμανό ή να συμφιλιώνεσαι μαζί του – πρέπει να του υπαγορεύεις. Υπό οποιουσδήποτε άλλους όρους, δεν θα σε σέβεται ή δεν θα τον εμποδίσεις από το να σε εξαπατήσει.   

 Οι εκπρόσωποι όμως του γαλλικού και του βρετανικού λαού, ανέλαβαν το ρίσκο να ολοκληρώσουν την καταστροφή που ξεκίνησε η Γερμανία, μέσω μίας πλασματικής, ψεύτικης ειρήνης η οποία, αν πραγματοποιηθεί, θα καταστρέψει κατ’ ανάγκη ακόμη περαιτέρω την ήδη διαταραγμένη και διαλυμένη από τον πόλεμο ευπαθή, περίπλοκη οργάνωση, μόνο μέσω της οποίας οι ευρωπαϊκοί λαοί μπορούν να απασχοληθούν και να ζήσουν – μολονότι θα μπορούσε να την αποκαταστήσει» (J.M.Keynes περί το 1919, μετά τον 1ο παγκόσμιο πόλεμο – υπενθυμίζοντας ότι, ο οικονομικός πόλεμος ελάχιστα διαφέρει από τον συμβατικό).

.

Ανάλυση

Αναφερθήκαμε στο κείμενο του Keynes έχοντας την άποψη πως η σημερινή κατάσταση στην Ευρώπη παρουσιάζει αρκετά κοινά χαρακτηριστικά με το διάστημα του μεσοπολέμου – το οποίο οδήγησε τη Δύση στη μεγάλη ύφεση και στο δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Παράλληλα, στην Ελλάδα φαίνεται να δημιουργούνται εκείνες οι συνθήκες, οι οποίες οδήγησαν στη γαλλική επανάσταση – ενώ δεν θα ήταν ίσως λάθος να υπενθυμίσουμε ξανά ότι, «οι δικτατορίες χτίζονται επάνω στους πεινασμένους και στους ανέργους».

Ελπίζουμε βέβαια να κατανοηθεί έγκαιρα, τόσο στην Ελλάδα, όσο και σε ολόκληρη την Ευρώπη, πως ο καπιταλισμός σε μία δημοκρατία προαπαιτεί τη συναίνεση των Πολιτών – ότι δηλαδή μία κοινωνία οφείλει να προσφέρει στους εργαζομένους βιώσιμους μισθούς και ένα επαρκές κράτος προνοίας, εάν δεν θέλει να επικρατήσουν εκείνες οι τρομακτικές συνθήκες, οι οποίες «προλογίζουν» τα απολυταρχικά καθεστώτα.

Ανεξάρτητα τώρα από τα παραπάνω, στις αρχές Μαρτίου του 2012, οι 25 από τις 27 χώρες της ΕΕ (εκτός της Μ. Βρετανίας και της Τσεχίας), με «εισηγητή» τη Γερμανία, υπέγραψαν στις Βρυξέλλες ένα σύμφωνο δημοσιονομικής σταθερότητας και πειθαρχίας, το οποίο περιλαμβάνει την απαγόρευση της υπερχρέωσης, καθώς επίσης την επιβολή κυρώσεων σε εκείνα τα κράτη, τα οποία εμφανίζουν υψηλά ελλείμματα στους προϋπολογισμούς τους (ως συνήθως, η Γερμανία επιλέγει τις επικίνδυνες χειρουργικές επεμβάσεις, από την κουραστική, μακροχρόνια, αλλά λιγότερο οδυνηρή θεραπεία μίας ασθένειας).

Εν τούτοις η ελπίδα ότι, με τη βοήθεια αυτής της ενέργειας θα ξεπερασθεί η κρίση της Ευρωζώνης, φαίνεται μάλλον ουτοπική. Από τη μία πλευρά είναι εντελώς ανόητο να θεωρήσει κανείς πως το νέο σύμφωνο θα τηρηθεί πολύ πιο αυστηρά, από τα κριτήρια του Μάαστριχτ – ενώ από την άλλη είναι μάλλον επικίνδυνο, αφού  στηρίζεται σε μία απόλυτα εσφαλμένη διάγνωση.

Ειδικότερα, η αντιμετώπιση του προβλήματος της Ευρωζώνης στηρίχθηκε στη διάγνωση, σύμφωνα με την οποία η κρίση οφείλεται στην υπερχρέωση ορισμένων χωρών της ένωσης – σαν αποτέλεσμα της δυνατότητας τους να δανείζονται με χαμηλά επιτόκια, μετά την υιοθέτηση του κοινού νομίσματος.

Η διαπίστωση αυτή, η οποία πραγματικά ισχύει για ορισμένα κράτη (όπως για την Ελλάδα και την Ιταλία), είναι εντελώς εσφαλμένη για όλα σχεδόν τα υπόλοιπα – στα οποία οι ροές κεφαλαίων δεν κατευθύνθηκαν στο δημόσιο τομέα, αλλά στον ιδιωτικό. Το γεγονός αυτό, η υιοθέτηση δηλαδή του ευρώ, διευκόλυνε την υπερχρέωση των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών κυρίως στην Ισπανία και στην Ιρλανδία – ενώ το δημόσιο χρέος υποχώρησε σημαντικά, λόγω της αύξησης των εσόδων από την ανάπτυξη του ιδιωτικού τομέα (το ακριβώς αντίθετο συνέβη στην Ελλάδα).

Μετά το ξέσπασμα της χρηματοπιστωτικής κρίσης όμως αυξήθηκαν τα χρέη του δημοσίου της Ιρλανδίας, αφού αναγκάσθηκε να αναλάβει τις ζημίες των τραπεζών, από 25% του ΑΕΠ τέλη του 2007, στα 119% τέλη του 2013 – ενώ κάτι ανάλογο θα συμβεί και σε πολλές άλλες χώρες, όπως στην Ισπανία, στο Βέλγιο (το οποίο υποφέρει παράλληλα από πολύ υψηλό δημόσιο χρέος, καθώς επίσης από μία διαρκή ακυβερνησία), στην Ολλανδία, στην Αυστρία κλπ.

.

ΟΙ ΡΟΕΣ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ 

Η εισαγωγή του ευρώ προκάλεσε μία μαζική ροή κεφαλαίων προς τα κράτη της ευρωπαϊκής περιφέρειας, η οποία είχε σαν αποτέλεσμα τη δημιουργία μεγάλων ελλειμμάτων στα ισοζύγια τρεχουσών συναλλαγών τους. Η ροή των κεφαλαίων οφειλόταν στην εμπιστοσύνη των αγορών στη σταθερότητα της Ευρωζώνης, η οποία εγγυόταν υποθετικά τόσο για την ανάπτυξη των κρατών, όσο και την ασφάλεια των χρημάτων των δανειστών.

Αρκετοί από τους υπερασπιστές της ελεύθερης κίνησης των κεφαλαίων, οι οποίοι σήμερα κατακρίνουν τη δημιουργία μακροοικονομικών ασυμμετριών εντός της Ευρωζώνης, θεωρούσαν την τότε ροή των χρημάτων σαν έναν ορθολογικό μηχανισμό, για την εξισορρόπηση των κεφαλαιακών αποδόσεων.

Σύμφωνα λοιπόν με τους ίδιους, τα κεφάλαια έρρεαν από τις μη ανταγωνιστικές χώρες υψηλού εργατικού κόστους του Βορρά, στις ανταγωνιστικές περιοχές χαμηλού εργατικού κόστους του Νότου, οι οποίες είχαν ελάχιστες υποδομές και μεγάλες δυνατότητες απορρόφησης επενδυτικών κεφαλαίων – παράγοντες οι οποίοι (δήθεν) εγγυόταν αυξημένη παραγωγικότητα, καθώς επίσης υψηλότερη αποδοτικότητα των επενδυμένων κεφαλαίων. Ο Πίνακας Ι που ακολουθεί, ο οποίος εμφανίζει τις απαιτήσεις των γερμανικών τραπεζών, τεκμηριώνει τις παραπάνω διεργασίες:

.

ΠΙΝΑΚΑΣ Ι: Εξωτερικές απαιτήσεις (δάνεια) των γερμανικών τραπεζών σε δις €, στις «ελλειμματικές» χώρες του Νότου, με ημερομηνία καταγραφής τέλη Αυγούστου 2010

Χώρες

Συνολικά

Τράπεζες

Επιχειρήσεις

Δημόσιο

Ισπανία

146.755

62.963

63.439

20.353

Ιταλία

133.296

48.138

45.664

39.494

Ιρλανδία*

114.707

43.025

69.318

2.364

Πορτογαλία

28.685

13.130

9.862

5.693

Ελλάδα

27.990

2.451

7.614

17.925

Ευρώπη

1.524.366

Λοιπός κόσμος

928.625

Γενικό σύνολο**

2.452.991

Πηγή: Bundesbank

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

Το ΑΕΠ της Ιρλανδίας το 2008 ήταν 185,7 δις €, οπότε το χρέος της απέναντι στις Γερμανικές τράπεζες ήταν περίπου 62% του ΑΕΠ. Για σύγκριση, το αντίστοιχο χρέος της Ελλάδας (ΑΕΠ 2008 στα 242,9 δις €) ήταν μόλις 11,5% του ΑΕΠ.

** Τεράστιο ποσόν, περίπου όσο το ΑΕΠ της.

Σημείωση: Η «μοίρα» των πλεονασματικών χωρών, όπως η Γερμανία, είναι να δανείζουν τις ελλειμματικές – αφενός μεν για να πουλούν τα προϊόντα τους, αφετέρου για να επενδύουν τα πλεονάσματα τους (ας σημειωθεί εδώ ότι, οι απαιτήσεις της Bundesbank απέναντι στην ΕΚΤ έχουν ξεπεράσει τα 600 δις € – κάτι που προβληματίζει ιδιαίτερα τη Γερμανία). Σε περιόδους όμως κρίσης, όπως στη σημερινή, αυτός που συνήθως ζημιώνεται στο τέλος δεν είναι ο οφειλέτης, αλλά ο δανειστής – γεγονός που πολύ σωστά τρομοκρατεί τη Γερμανική κυβέρνηση, παρά τα όσα ανακριβή ανακοινώνει στους Πολίτες της.     

.

Συνεχίζοντας, με το ξέσπασμα της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης, οι διαθέσεις άλλαξαν ριζικά – όπως συνήθως συμβαίνει, όταν οι αγορές κυριεύονται από τον πανικό της απώλειας των χρημάτων τους. Ξαφνικά λοιπόν πολλοί επενδυτές διαπίστωσαν ότι, οι δομές διακυβέρνησης δεν ήταν τόσο σταθερές σε όλη την έκταση της Ευρωζώνης, όπως νόμιζαν στο παρελθόν. Παράλληλα, αποφάσισαν να αποσύρουν τα κεφάλαια τους από τις παραγωγικές επενδύσεις (πραγματική οικονομία) και να τα τοποθετήσουν σε μη παραγωγικούς χώρους – όπως για παράδειγμα στα χρηματιστήρια και στα ακίνητα, με αποτέλεσμα να εκτοξευθούν αυτές οι αξίες στα ύψη.

Στη συνέχεια, όλο και περισσότεροι επενδυτές άρχισαν να αποσύρουν τα χρήματα τους τόσο από τις κερδοσκοπικές επενδύσεις, όσο και από τις χώρες της περιφέρειας. Έτσι αντιστράφηκαν οι ροές των κεφαλαίων, από τις χώρες του Νότου προς τις χώρες του Βορρά – με κριτήριο πλέον όχι την αποδοτικότητα (κερδοφορία) αλλά την ασφάλεια των κεφαλαίων. Φυσικά το γεγονός αυτό δημιούργησε τεράστια προβλήματα τόσο στην πραγματική οικονομία, όσο και στις χώρες του Νότου, για τις οποίες ξεκίνησε μία αντίστροφη μέτρηση άνευ προηγουμένου.

Η εμπειρία πολλών χρηματοπιστωτικών κρίσεων έχει τεκμηριώσει το ότι, μετά από μία απελευθέρωση/απορύθμιση των χρηματοπιστωτικών αγορών, μετά από το άνοιγμα δηλαδή του κλουβιού που κρατιόταν φυλακισμένο το αιμοβόρο και παρανοϊκό θηρίο, προκαλούταν πάντοτε πιστωτικές φούσκες – οι οποίες έσπαζαν ξαφνικά, με έναν εκκωφαντικό θόρυβο. Αυτό συνέβη ουσιαστικά στη Λατινική Αμερική τη δεκαετία του 1970 ή στην Ασία στο τέλος της τελευταίας δεκαετίας.

Όπως φαίνεται η ελπίδα, σύμφωνα με την οποία οι αγορές θεωρούν ότι μπορούν να αποσύρουν έγκαιρα τα κεφάλαια τους από τις εκάστοτε εστίες πυρκαγιάς, είναι εντελώς ουτοπική – με αποτέλεσμα να προκαλούνται κρίσεις πανικού, όταν πιστεύουν πως η πυρκαγιά απειλεί πλέον να κλείσει όλους τους δρόμους διεξόδου τους. Με δεδομένο δε ότι, η οποιαδήποτε αλλαγή κατεύθυνσης μίας οικονομίας, μετά το σπάσιμο της φούσκας, απαιτεί χρόνο για να επανέλθει σε μία σωστή πορεία, χρόνο όμως που δεν είναι καθόλου διατεθειμένες να προσφέρουν οι πανικοβλημένες αγορές, η κατάσταση επιδεινώνεται συνήθως πολύ περισσότερο, από όσο θα ήταν λογικό.

Μία ξαφνική αντιστροφή της ροής κεφαλαίων λοιπόν έχει σαν συνέπεια την κατάρρευση ακόμη και εκείνων των επενδυτικών προγραμμάτων, τα οποία είναι απολύτως κερδοφόρα – με αποτέλεσμα οι εταιρείες ή τα κράτη, τα οποία εγκαταλείπονται ξαφνικά από τα κεφάλαια, να αποσταθεροποιούνται, βυθιζόμενα στο χάος και στην καταστροφή, χωρίς καμία δυνατότητα αντιστροφής της τάσης.

Σχετικά με τον Αρθρογράφο

Βασίλης Βιλιάρδος

Βασίλης Βιλιάρδος

Ο κ. Βασίλης Βιλιάρδος είναι ένας σύγχρονος οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου – όπου και δραστηριοποιήθηκε επαγγελματικά για αρκετά χρόνια, με ιδιόκτητες επιχειρήσεις σε όλες τις πόλεις της Γερμανίας. Έχει  εκδώσει τρία βιβλία αναφορικά με την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, ενώ έχει δημοσιεύσει πάνω από 2.500 αναλύσεις σε ηλεκτρονικά και έντυπα μέσα, με κέντρο βάρους την εθνική και διεθνή μακροοικονομία, καθώς επίσης το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Για το πλήρες βιογραφικό σημείωμα του συγγραφέα, πατήστε εδώ.

( e-mail: viliardos@analyst.gr )

Ειδικότητα: Mάκρο-οικονομικά / Πολιτική Οικονομία

Συμφωνείτε ή διαφωνείτε; Συντάξτε την άποψή σας

Απόψεις και σχόλια

/* ]]> */