Το «νεοφιλελεύθερο» παραμύθι - Analyst.gr - Οικονομικές ειδήσεις, Γεωοικονομικές αναλύσεις, Πολιτική, Αγορές
- ΜΑΚΡΟ-ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ

Το «νεοφιλελεύθερο» παραμύθι

Email this page.
Print Friendly

.

201

.

Mία πλούσια μειονότητα θα πρέπει να γίνει ακόμη πιο πλούσια, για να επενδύσει δημιουργώντας νέες θέσεις εργασίας – οπότε η συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων είναι αναγκασμένη να συμφωνήσει να γίνει πιο φτωχή, για να αποφύγει την ακόμη μεγαλύτερη εξαθλίωση της.

.

ο άρθρο αποτελείται από 2 Σελίδες)

.

«Ο ατομισμός, στον οποίο στηρίζεται ο φιλελευθερισμός, αποτελεί ένα σύστημα, στο οποίο η κοινωνική αλληλεγγύη είναι άγνωστη (οπότε είναι οξύμωρο να ζητούν οι φιλελεύθεροι Έλληνες την ευρωπαϊκή αλληλεγγύη, την οποία πολύ σωστά με κριτήριο την ιδεολογία τους αρνούνται οι γερμανοί φιλελεύθεροι).

Ο φιλελευθερισμός βασίζεται σε μία ακριβώς αντίθετη αρχή: του ανταγωνισμού και της πάλης των ατόμων, ο οποίος καταλήγει στη συντριβή των αδύναμων από τους ισχυρούς και στην καταδυνάστευση των λιγότερο ικανών από τους ικανότερους (είτε πρόκειται για χώρες, είτε για επιχειρήσεις, είτε για ανθρώπους)» Ξ. Ζολώτας, 1943.

.

Ανάλυση

Υπάρχουν ορισμένες «πολιτικές» λέξεις με οικονομικής «χροιά» που ακούγονται όμορφα από την πλειοψηφία των ανθρώπων – όπως ο σοσιαλισμός και ο φιλελευθερισμός. Άλλες πάλι θεωρούνται άσχημες, όπως ο νεοφιλελευθερισμός και ο κομμουνισμός. Εν τούτοις, ελάχιστοι γνωρίζουν το πραγματικό τους νόημα, αφού έχουν επικρατήσει ως εκφράσεις.

Για παράδειγμα, σε γενικές γραμμές σοσιαλισμός σημαίνει πως όλα τα μέσα παραγωγής ανήκουν στο κράτος, ενώ οι άνθρωποι είτε δεν έχουν καμία ιδιοκτησία, είτε τους ανήκει μόνο η κατοικία τους που όμως δεν επιτρέπεται να τη μεταβιβάσουν – ενώ μπορούν να λειτουργούν μόνο μικρές επιχειρήσεις, χωρίς να απασχολούν ξένο εργατικό δυναμικό (=απαγόρευση της εκμετάλλευσης ανθρώπων από ανθρώπους). Η ηθική του στηρίζεται στην αλληλεγγύη, ενώ η βασική του διαφορά με τον κομμουνισμό είναι το ότι, οι άνθρωποι έχουν ελεύθερη επιλογή όσον αφορά τη θέση εργασίας και την κατανάλωση – τα οποία στον κομμουνισμό προδιαγράφονται από την κεντρική κυβέρνηση, όπως όλα τα υπόλοιπα.

Τι ακριβώς σημαίνει «αριστερά» βέβαια κανένας δεν γνωρίζει επακριβώς, οπότε θα έπρεπε να εξηγείται καλύτερα στις κοινωνίες από τα εκάστοτε πολιτικά κόμματα – κάτι που ισχύει επίσης για τη «δεξιά». Το κύριο πάντως πρόβλημα που καλούνται να επιλύσουν τα αλληλέγγυα οικονομικά συστήματα, είναι ο συνδυασμός της κοινωνικής δικαιοσύνης με την ευημερία – οπότε η «συνταγή» που θα εξασφαλίζει την ανάπτυξη, άρα τη συνεχή άνοδο της παραγωγικότητας, με μία δίκαιη αναδιανομή των εισοδημάτων.

Όσον αφορά το νεοφιλελευθερισμό, όταν εμφανίσθηκε μετά το 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο, επρόκειτο ουσιαστικά για τη μεικτή οικονομία – την «ελεγχόμενη φιλελεύθερη» με κοινωνικό πρόσωπο. Εν προκειμένω οι κοινωφελείς, καθώς επίσης οι μονοπωλιακές επιχειρήσεις ανήκουν στο κράτος – ενώ σχεδόν όλες οι υπόλοιπες στον ιδιωτικό τομέα.

Εν τούτοις, ο όρος χρησιμοποιήθηκε από τη σχολή του Σικάγο με ένα εντελώς διαφορετικό νόημα – αφορώντας ουσιαστικά την παλαιά μορφή του φιλελευθερισμού (Laissez faire), όπου τα πάντα ανήκουν σε ιδιώτες. Όσον αφορά την οικονομία, αφήνεται στο «αόρατο χέρι της αγοράς» – το οποίο δήθεν ρυθμίζει τα πάντα σωστά, αρκεί να μην υπάρχει κανενός είδους κρατική παρέμβαση.

Στα πλαίσια αυτά, η σωστή ονομασία του νεοφιλελευθερισμού, με βάση το νόημα που της δίνεται σήμερα, θα ήταν παλαιοφιλελευθερισμός – τα επακόλουθα του οποίου φάνηκαν όταν ξέσπασε η καταστροφικότερη κρίση του 20ου αιώνα: το κραχ του 1929 και η Μεγάλη Ύφεση, η οποία ουσιαστικά διήρκεσε έως το 1938, έχοντας αντιμετωπιστεί τελικά με τη «βοήθεια» του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου. Εμείς θα χρησιμοποιούμε όμως τη λέξη «νεοφιλελευθερισμός» με το χαρακτήρα που της προσδόθηκε από τη σχολή του Σικάγο – οπότε σαν να πρόκειται για τον παλαιό φιλελευθερισμό (οφείλουμε να σημειώσουμε εδώ πως η πολιτική που εφαρμόζει η κυβέρνηση στην Ελλάδα και στηρίζει η αξιωματική αντιπολίτευση, είναι η ακραία νεοφιλελεύθερη που επιβάλλεται από την πρωσική Γερμανία).

Σε γενικές γραμμές πάντως, φιλελευθερισμός σημαίνει «ο καθένας ανάλογα με τις δυνατότητες του», σοσιαλισμός «ο καθένας ανάλογα με τη συμβολή του στην παραγωγική διαδικασία», ενώ κομμουνισμός «ο καθένας ανάλογα με τις ανάγκες του» – όπου στο φιλελευθερισμό η οικονομική ζωή ρυθμίζεται αυτόματα από το αόρατο χέρι της αγοράς και το σύστημα των τιμών (ζήτηση/προσφορά), στο σοσιαλισμό από το κράτος με τη βοήθεια όμως του συστήματος των τιμών, ενώ στον κομμουνισμό από το κράτος, χωρίς το σύστημα των τιμών.

Μετά τον πόλεμο τώρα, επικράτησε η οικονομική πολιτική του Keynes – βασικό στοιχείο της οποίας είναι πως το κράτος επεμβαίνει διορθωτικά στην ελεύθερη οικονομία, ιδίως όταν βυθίζεται στην ύφεση, διεξάγοντας επενδύσεις που προκαλούν ελλείμματα στον προϋπολογισμό (άρα ο ελεγχόμενος φιλελευθερισμός με κοινωνικό πρόσωπο, γνωστός και ως σοσιαλδημοκρατία).

Αργότερα όμως, όταν ξεκινούν να επενδύουν οι ιδιώτες αφού έχει αποκατασταθεί η ζήτηση, το κράτος αποσύρεται πουλώντας τις συγκεκριμένες επενδύσεις του – οπότε καλύπτονται τα δημόσια χρέη που προήλθαν από τα ελλείμματα. Εκτός αυτού η οικονομία δεν αφήνεται εξ ολοκλήρου στο ελεύθερο χέρι της αγοράς, αλλά ρυθμίζεται από το κράτος – ιδίως ο χρηματοπιστωτικός τομέας, ο οποίος διαφορετικά τείνει προς την κερδοσκοπία και την ασυδοσία, παράγοντας μεγάλες κρίσεις.

Περαιτέρω, η νεοφιλελεύθερη σχολή του Σικάγο (παλαιοφιλελεύθερη ουσιαστικά), άσκησε έντονη κριτική στην οικονομική πολιτική του Keynes – ισχυριζόμενη πως με τις επί πιστώσει δαπάνες της αυξάνει το δημόσιο χρέος, επιβαρύνοντας την οικονομία. Στα πλαίσια αυτά η μείωση του δημοσίου χρέους, μαζί με την ανάπτυξη και την απασχόληση, αποτέλεσαν τους τρεις βασικούς πυλώνες της «νεοφιλελεύθερης» πολιτικής – ενώ οι αποκρατικοποιήσεις ήταν ο τέταρτος, αφενός μεν για τη μείωση των κρατικών χρεών, αφετέρου επειδή το δημόσιο νομοτελειακά δεν είναι καλός επιχειρηματίας.

Η πραγματικότητα όμως είναι εντελώς διαφορετική, αφού από την εποχή της επικράτησης του «νεοφιλελευθερισμού» τα χρέη των βιομηχανικών κρατών αυξάνονται – τόσο ως απόλυτα μεγέθη, όσο και ως ποσοστά επί του ΑΕΠ. Ακόμη χειρότερα παρά τις αποκρατικοποιήσεις – κάτι που κατά τη γνώμη μας ήταν εύλογο, αφού το κράτος εισπράττει μεν το τίμημα, αλλά χάνει τα ετήσια κέρδη τους, ενώ διαπιστώνεται επίσης φορολογική απώλεια, λόγω της νόμιμης φοροδιαφυγής τους (φοροαποφυγή).

199

Για παράδειγμα, από το 1975 τα χρέη των Η.Π.Α. αυξήθηκαν από 38% του ΑΕΠ στο 106%, (σε απόλυτους αριθμούς από σχεδόν μηδενικά στα 20 τρις $ – γράφημα), της Γερμανίας από 20% στο 75% (θα είχαν υπερβεί το 100% εάν δεν απομυζούσε την Ευρωζώνη από το 2000), της Μ. Βρετανίας από 20% στο 85%, της Γαλλίας από 18% σχεδόν στο 100%, ενώ της Ιαπωνίας από 30% στο 240%.

Επομένως, ο «νεοφιλελευθερισμός» αποδείχθηκε πως είναι μία καταστροφική πολιτική, ενώ οφείλει να αναρωτηθεί κανείς γιατί ο «ελεγχόμενος φιλελευθερισμός» του Keynes κατηγορείται – αφού οδήγησε στην οικοδόμηση του κοινωνικού κράτους, καθώς επίσης στη δημιουργία των υποδομών που είχαν καταστραφεί από τον πόλεμο, παράγοντας πολύ λιγότερα χρέη από ότι ο «νεοφιλελευθερισμός», ο οποίος επιμένει επί πλέον στην κατάργηση του κράτους προνοίας.

Η σκλαβιά του χρέους

Συνεχίζοντας, η δημιουργία χρεών είναι θεμελιωδώς ένας χρήσιμος μηχανισμός για την κινητοποίηση των κοινωνικών και φυσικών πόρων, με στόχο την αύξηση της ευημερίας – εννοώντας βέβαια εκείνα τα χρέη που δημιουργούνται για τη διεξαγωγή επενδύσεων και όχι για την κατανάλωση ή για τη χρηματοδότηση υπερβολικών δημοσίων δαπανών. Είναι δυνατόν όμως να οδηγήσει στη σκλαβιά του χρέους, όπως έχει συμβεί πολλές φορές στην ιστορία – με πρόσφατο παράδειγμα την Ελλάδα, η οποία έχει μετατραπεί σε γερμανικό προτεκτοράτο που, παρά το ότι θα λεηλατηθεί, θα παραμείνει χρεωμένο στο διηνεκές.

Το γεγονός αυτό παρατηρείται σε περιόδους που οι δανειστές γίνονται πολύ ισχυροί, αποκτώντας μία μονοπωλιακή θέση – όπως σήμερα στην Ευρωζώνη, στην οποία δεν συναντάμε πια κανένα ευρωπαϊκό ιδεώδες που να μπορεί να ικανοποιεί τους Πολίτες, αλλά τη φασιστική δικτατορία των χρηματοπιστωτικών αγορών. Αντίθετα, τα ελλείμματα των κρατών που χρηματοδοτούνταν με δάνεια την εποχή του Keynes, είχαν συμβάλλει πράγματι σε μεγάλο βαθμό στην άνοδο της ευημερίας και της παραγωγικότητας – επειδή η τελευταία ήταν συνδεδεμένη με τις ανάλογες αυξήσεις των πραγματικών μισθών των εργαζομένων, εξασφαλίζοντας την ευημερία τους.

Όσον αφορά τους δανειολήπτες τότε, είχαν δημιουργήσει αρκετή ανάπτυξη με τη βοήθεια του κρατικού δανεισμού τους – οπότε ήταν σε θέση να αποπληρώνουν τα χρέη τους, όπως επίσης το δημόσιο λόγω της ανόδου των φορολογικών του εσόδων εξαιτίας της αύξησης του ΑΕΠ. Ο συγκεκριμένος κύκλος παραγωγικών χρημάτων, απασχόλησης και ανάπτυξης έφτασε στο τέλος του τη δεκαετία του 1980 – κατά την οποία επανήλθε ο φιλελευθερισμός στην προηγούμενη του μορφή (νεοφιλελευθερισμός στην καθομιλουμένη, παλαιοφιλελευθερισμός στην πραγματικότητα).

Έκτοτε αφενός μεν απελευθερώθηκε ο χρηματοπιστωτικός κλάδος, αφετέρου σταμάτησε η σύνδεση των μισθών με την παραγωγικότητα  – με αποτέλεσμα να μην έχουν αυξηθεί καθόλου οι πραγματικοί μισθοί, οπότε να καλύπτονται οι  ανάγκες των εργαζομένων μέσω της σύναψης δανείων. Εκτός αυτού κλιμακώθηκαν σε μεγάλο βαθμό οι εισοδηματικές ανισότητες – όπως ακριβώς την εποχή πριν το κραχ του 1929.

200

Περαιτέρω, μετά το 1980 ο δημόσιος δανεισμός έπαψε να οδηγεί σε μεγαλύτερη ανάπτυξη και απασχόληση – άρα σταμάτησαν να αυξάνονται τα κρατικά έσοδα και κλιμακώθηκε το χρέος ως προς το ΑΕΠ στις περισσότερες βιομηχανικές χώρες. Για παράδειγμα, το δημόσιο χρέος της Ιαπωνίας έφτασε στο 250% του ΑΕΠ της από κάτω του 50% το 1980 (γράφημα, μπλε στήλες, αριστερή κάθετος) – ενώ της Γαλλίας πλησιάζει το 100% (διακεκομμένη γραμμή, δεξιά κάθετος).

Αντίθετα λοιπόν με τις θεωρίες του νεοφιλελευθερισμού της σχολής του Σικάγο, η απομάκρυνση από την πολιτική του Keynes οδήγησε στην υπερχρέωση των κρατών, καθώς επίσης της πλειοψηφίας των ανθρώπων, μαζί με την ιδιωτικοποίηση της δημόσιας περιουσίας και τον περιορισμό του κοινωνικού κράτους – παράλληλα με την κατακόρυφη άνοδο των εισοδηματικών ανισορροπιών και τον υπερβολικό πλουτισμό μίας μειοψηφίας, η οποία συνεχώς συρρικνώνεται με την ταυτόχρονη αύξηση του πλούτου της (από το 10% στο 1% και σήμερα στο 0,01%).

Συνεχίστε στη 2η σελίδα (…)

Σχετικά με τον Αρθρογράφο

Βασίλης Βιλιάρδος

Βασίλης Βιλιάρδος

Οικονομολόγος

E-mail: viliardos@analyst.gr

Ειδικότητα: Mάκρο-οικονομικά / Πολιτική Οικονομία

Συμφωνείτε ή διαφωνείτε; Συντάξτε την άποψή σας

Απόψεις και σχόλια

/* ]]> */