ΑΠΟΨΕΙΣ & ΔΙΑΦΟΡΑ ΘΕΜΑΤΑ

Η συνέχεια του εφιάλτη

Print Friendly

.

34

Η δήμευση του παρόντος και του μέλλοντος της χώρας, με τη βοήθεια των σύγχρονων χρηματοπιστωτικών όπλων – τα οποία είναι αθόρυβα, οπότε δεν γίνονται αντιληπτά, ενώ δεν καταστρέφουν τον υλικό πλούτο της, αλλά τον «περιττό» ανθρώπινο πληθυσμό της.

.

(To άρθρο αποτελείται από 2 Σελίδες)

.

Ανάλυση

Σύμφωνα με μία δημοσιευμένη στατιστική στις αρχές του έτους, οι 62 πλουσιότεροι άνθρωποι του πλανήτη διαθέτουν μία χρηματική περιουσία ύψους 1,76 τρις $ – όσο δηλαδή ο μισός φτωχότερος παγκόσμιος πληθυσμός, αποτελούμενος από περίπου 3,6 δισεκατομμύρια άτομα.

Όπως ήταν φυσικό, αφού αυτό συμβαίνει κάθε φορά, υπήρξαν πολλές διαμαρτυρίες από ορισμένα διατεταγμένα ΜΜΕ – με την έννοια πως τα δεδομένα ήταν ανακριβή, ότι οι υπολογισμοί ήταν λανθασμένοι, πως το γεγονός αυτό δεν έχει καμία σημασία, αφού το βιοτικό επίπεδο του πλανήτη είναι υψηλότερο, ότι τέτοιου είδους αναφορές προέρχονται από αυτούς που δεν πιστεύουν στο φιλελευθερισμό κοκ.

Εν τούτοις, το θέμα δεν είναι εάν οι δισεκατομμυριούχοι αυτοί ήταν 62, 300 ή 500 – αλλά το γεγονός, σύμφωνα με το οποίο τις τρεις τελευταίες δεκαετίας που κυριαρχεί ο άκρατος νεοφιλελευθερισμός, διαπιστώνεται μία τρομακτική συγκέντρωση περιουσιακών στοιχείων σε όλο και λιγότερα άτομα, μοναδική στην ιστορία. Το αποτέλεσμα είναι μία εξτρεμιστική ανισότητα μεταξύ των ανθρώπων, σε συνδυασμό με την υπερχρέωση αρκετών κρατών, καθώς επίσης της πλειοψηφίας του πληθυσμού – κάτι που ασφαλώς αποτελεί το μεγαλύτερο πολιτικό πρόβλημα της εποχής μας.

Εν προκειμένω δεν εννοούμε ότι, ορισμένοι υπερβολικά πλούσιοι ζουν βασιλικά, όταν όλοι οι άλλοι «προλετάριοι» είναι υποχρεωμένοι να εργάζονται σκληρά για να επιβιώσουν – ενώ δεν μας ενδιαφέρει πόσα σπίτια, αυτοκίνητα, ιδιωτικά αεροπλάνα ή κότερα διαθέτει κανείς, αφού τα κέρδισε και δεν τα έκλεψε από κανέναν, οπότε είναι δικαίωμα του.

Αυτό που όμως μας απασχολεί είναι το ότι, αυτές οι μυθικές περιουσίες προσδίδουν σε μία πολύ μικρή ελίτ υπερβολικά πλουσίων, σε συνδυασμό με τα χρηματοπιστωτικά και πολυεθνικά  μεγαθήρια που ελέγχουν, μία ανεξέλεγκτη δύναμη – μία ισχύ που οι ίδιοι και οι διαχειριστές τους, τα υψηλά στελέχη δηλαδή των τραπεζών, καθώς επίσης των επενδυτικών κεφαλαίων, τη χρησιμοποιούν αδίστακτα για να υπερασπίζουν τα συμφέροντα τους, με κάθε θεμιτό και αθέμιτο τρόπο.

Ως αποτέλεσμα αυτού του γεγονότος, εκφυλίζεται η διακυβέρνηση σε όλες τις χώρες, ακόμη και σε εκείνες με πολύ ισχυρή δημοκρατική παράδοση – με τους πολιτικούς να καταλήγουν αδύναμοι, ανόητοι ηθοποιοί σε ένα θέατρο/δημόσιο θέαμα της ανικανότητας τους.

Αυτό ακριβώς αρχίζουν σήμερα να συνειδητοποιούν οι Πολίτες διαφόρων κρατών, οι οποίοι μπορεί μεν να μην κατανοούν συχνά τους συσχετισμούς, αλλά διαισθάνονται ότι οι κυβερνήσεις τους αποτελούν απλά πιόνια ενός ανώνυμου καθεστώτος – το οποίο λειτουργεί προς όφελος των προνομιούχων ελίτ, αδιαφορώντας για τα δικά τους συμφέροντα και προβλήματα.

Ως αφετηρία της νέας αυτής διαδικασίας θεωρείται το ελληνικό δημοψήφισμα – αφού το 62% που ψήφισε ΟΧΙ, παρά την τρομοκρατία της ΕΕ και τις κλειστές τράπεζες, δεν είχε καμία πρόθεση να πιέσει για την έξοδο της χώρας από την Ευρωζώνη, όπως φάνηκε από την αποτυχία της ΛΑΕ. Απλά τοποθετήθηκε εναντίον της πραγματικής κυβέρνησης της χώρας, της γερμανικής Τρόικα δηλαδή, αρνούμενο να υποκύψει στις πιέσεις της – αν και προδόθηκε αμέσως μετά τραγικά, από τα πιόνια του ανώνυμου καθεστώτος.

Εν προκειμένω ο υπεύθυνος της τρομακτικής αυτής ήττας του ελληνικού Έθνους, μέσω της οποίας επικυρώθηκαν, καθώς επίσης νομιμοποιήθηκαν και τα τρία μνημόνια μαζί, ήταν ασφαλώς προσωπικά ο κ. Τσίπρας – αφού αυτός διαπραγματεύθηκε και τελικά συμβιβάσθηκε, αδιαφορώντας για την «ετυμηγορία» της συντριπτικής πλειοψηφίας των Ελλήνων, ενώ ήταν υποχρεωμένος από τη θέση του να τη σεβασθεί.

Έτσι συνεχίσθηκε ο εφιάλτης, αφού θεσμοθετήθηκε η «προδοσία» του PSI, μέσω του οποίου καταλύθηκε η εθνική μας κυριαρχία και παραδόθηκαν τα κλειδιά της Ελλάδας στην Τρόικα – από έναν άνθρωπο που δεν ζήτησε καν την εξουσιοδότηση των Πολιτών, αρνούμενος το δημοψήφισμα που είχε προταθεί από τον τότε πρωθυπουργό και ανατρέποντας τον (άρθρο).

Στα πλαίσια αυτά θεωρούμε πως είναι χρέος του πρωθυπουργού η παραίτηση του, εάν όχι απέναντι στους Έλληνες, τουλάχιστον απέναντι στο κόμμα και στην ιδεολογία του – η αντικατάσταση του δηλαδή από κάποιο άλλο σοβαρό στέλεχος της παράταξης του, το οποίο δεν συμμετείχε στην απόφαση της «προδοσίας» του δημοψηφίσματος.

Έτσι θα μπορούσαν να αποφευχθούν οι εκλογές και η συνέχιση της σκυταλοδρομίας που έχουν οργανώσει έξυπνα οι δανειστές – επειδή αφενός μεν δεν συμφέρουν τη χώρα, αφετέρου δεν έχει κανένα νόημα η επανάληψη της τραγωδίας, ενώ ίσως διευκολύνει παραιτούμενος ο πρωθυπουργός την απαραίτητη συνεργασία όλων, απέναντι στον κοινό εχθρό. Φυσικά πρόκειται για την υποκειμενική μας άποψη, όπως επίσης αυτή για το PSI, την οποία οφείλει κανείς να ελέγξει μόνος του εάν είναι σωστή ή όχι – διαθέτοντας σήμερα όλες τις πληροφορίες, επί πλέον στις επώδυνες εμπειρίες του παρελθόντος.

Τέλος, η διαδικασία συνεχίσθηκε με το BREXIT, με την εκλογή του κ. Trump, καθώς επίσης με το ιταλικό δημοψήφισμα – ενώ δεν πρόκειται να σταματήσει, παρά τις περί «πολιτικών δημαγωγών» κατηγορίες, επειδή οι Πολίτες έχουν πλέον καταλάβει ότι τα παραδοσιακά κόμματα υπηρετούν έμμισθα τις ελίτ εις βάρος τους (κάτι που μάλλον δεν είναι πλέον διατεθειμένοι να αποδεχθούν).

Η δικτατορία των ελίτ        

Από την άλλη πλευρά υπενθυμίζουμε ότι, είναι πια εμφανές πως οι δημοκρατικά εκλεγμένες κυβερνήσεις έχουν ελάχιστες δυνατότητες παρέμβασης σε ένα παγκόσμιο «οικονομικό καθεστώς», το οποίο στηρίζεται στη διαχείριση των χρεών – με κυριότερο παράδειγμα την Τρόικα, όπου δεν πρόκειται για μία κυβέρνηση ενός κυρίαρχου κράτους, αλλά για έναν οργανισμό με κυβερνητικές εξουσίες, ο οποίος στελεχώνεται από τα θεσμικά όργανα της διεθνούς χρηματοπιστωτικής διαχείρισης.

Ο οργανισμός αυτός λειτουργεί ως ένα είδος σύγχρονης «επιτροπής κοινωνικής πρόνοιας», χαρακτηριζόμενος κυρίως από δύο στοιχεία:

(α)  από άτυπες διαδικασίες λήψης αποφάσεων, οι οποίες μεταβιβάζονται απολυταρχικά στις κυβερνήσεις με τη βοήθεια των μνημονίων, καθώς επίσης

(β) από μία «ψευδο-νομιμοποίηση», η οποίαν καθορίζεται στην τελική της μορφή από τους πιστωτές – δηλαδή, από τις χρηματοπιστωτικές αγορές που ελέγχονται από της ελίτ με τη βοήθεια των κεντρικών τραπεζών.

Το γεγονός αυτό έχει ως αποτέλεσμα το εκάστοτε κόμμα, το οποίο κυβερνάει ή θέλει να κυβερνήσει ένα κράτος, να είναι υπεύθυνο απέναντι σε δύο ομάδες: αφενός μεν απέναντι στους Πολίτες της χώρας του, στους εκλογείς του, αφετέρου απέναντι στα στελέχη των χρηματαγορών – τα οποία, μέσω των «διαθέσεων» των επενδυτών, υπαγορεύουν στην κυριολεξία τις αποφάσεις τους.

Πρόκειται ουσιαστικά για μία εντελώς καινούργια κατάσταση, όπου συγκρούονται οι εθνικά ανεξάρτητες κυβερνήσεις, οι οποίες νομιμοποιούνται σε κάποιο βαθμό δημοκρατικά (σε κάποιο βαθμό, επειδή η χειραγώγηση των Πολιτών παραμένει αρκετά μεγάλη), με τα κυρίαρχα όργανα της διεθνούς χρηματοπιστωτικής διαχείρισης – τα οποία εκπροσωπούν ή «ενσαρκώνουν» την παγκόσμια επενδυτική κοινότητα.

Με απλά λόγια, ένα κράτος έρχεται σε σύγκρουση με έναν ισχυρότατο, παγκόσμιο σύστημα, με ελάχιστες εάν όχι ανύπαρκτες πιθανότητες να κερδίσει τον πόλεμο – τη σύγχρονη αυτή «ταξική πάλη», η οποία δεν διεξάγεται πλέον εντός των κρατών, μεταξύ των κοινωνικών τάξεων που έχουν αντικρουόμενα συμφέροντα (για παράδειγμα, μεταξύ των βιομηχάνων και των εργαζομένων), αλλά σε παγκόσμιο επίπεδο, όπου από τη μία πλευρά είναι οι Πολίτες, ενώ από την άλλη οι χρηματαγορές.

Με δεδομένη δε τη «συνεκτικότητα» των αγορών, την «ομοψυχία», καθώς επίσης την αποτελεσματικότατη οργάνωση τους, απέναντι στην οποία ευρίσκονται οι ελεύθεροι Πολίτες, με εντελώς αντίθετα χαρακτηριστικά, η σύγχρονη ταξική πάλη οδηγεί στις συνεχείς ήττες των ανθρωπίνων κοινωνιών – μεταξύ άλλων επειδή, αν και διαισθάνονται,  δυσκολεύονται να κατανοήσουν τη νέα αυτή τάξη πραγμάτων.

Επομένως, η έννοια της «λαϊκής κυριαρχίας» έχει ξεπεραστεί από τη στυγνή πραγματικότητα, έχει πάψει πια να υπάρχει – γεγονός που τεκμηριώνεται από τον εκβιαστικό καταναγκασμό των Ιρλανδών να αναλάβουν τα χρέη των τραπεζών τους, από τη δολοφονία της Κύπρου, από την αδυναμία της νέας ελληνικής κυβέρνησης να διαχειρισθεί τις εντολές των Ελλήνων, από τη λεηλασία της Πορτογαλίας κοκ.

Περαιτέρω, δεν αποτελεί μόνο παρελθόν η «λαϊκή κυριαρχία», αφού σήμερα ακόμη και τα δημοκρατικά «νομιμοποιημένα» όργανα, όπως οι λαοί που ψηφίζουν την ηγεσία τους, δημιουργούν έντονες αμφιβολίες – «υποψίες» κατά κάποιον τρόπο, ως προς τη νομιμοποίηση τους.

Για παράδειγμα, ο ελληνικός λαός θεωρήθηκε πως συμπεριφέρθηκε παράνομα το 2015 (δημοψήφισμα), δίνοντας τις συγκεκριμένες εντολές στην κυβέρνηση του (διαγραφή του χρέους, εκδίωξη της Τρόικας κλπ.) – αφενός μεν απέναντι στους λαούς της Ευρώπης, αφετέρου απέναντι στους πιστωτές της χώρας του.

Στα πλαίσια αυτά, η πολιτική θεωρία αναφέρεται σε μία καινούργια «εθνική κυριαρχία» ή σε μία «αλήτικη κυριαρχία». Είναι αντιμέτωπος δηλαδή κανείς με μία διαδικασία, στην οποία δεν υπεισέρχεται ένας ορισμένος οργανισμός, μία άλλη Αρχή ή ένας καινούργιος Θεσμός στη θέση τις παλαιάς «λαϊκής κυριαρχίας», αλλά «μεταναστεύουν» σταδιακά οι εξουσίες λήψης κυρίαρχων αποφάσεων.

«Σκοτεινό» παράδειγμα αποτελεί ξανά η Ελλάδα, στην οποία έχει κορυφωθεί η συγκεκριμένη διαδικασία – όπου οι παραδοσιακοί πυρήνες της εθνικής κυριαρχίας της, οι αποφάσεις που αφορούν τον προϋπολογισμό, καθώς επίσης το φορολογικό Δίκαιο, έχουν «μεταναστεύσει» στο εξωτερικό και λαμβάνονται από την Τρόικα.

Συνεχίστε στη 2η σελίδα (…)  

Σχετικά με τον Αρθρογράφο

Analyst Team

Analyst Team

Συμφωνείτε ή διαφωνείτε; Συντάξτε την άποψή σας

Απόψεις και σχόλια

/* ]]> */