Το τέρας της ανεργίας (β) - Analyst.gr - Οικονομικές ειδήσεις, Γεωοικονομικές αναλύσεις, Πολιτική, Αγορές
ΜΑΚΡΟ-ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ

Το τέρας της ανεργίας (β)

Email this page.
Print Friendly
Ανεργία-1-Εσ.

Δύο από τις θεωρητικές ερμηνείες της ανεργίας, τα οικονομικά αποτελέσματα της, καθώς επίσης οι αρνητικές συνέπειες της και για τους ανθρώπους – στους οποίους η απώλεια της θέσης εργασίας δημιουργεί φόβους και ισχυρές ψυχολογικές πιέσεις

(To άρθρο αποτελείται από 3 Σελίδες)

Η Γερμανία, για την καταπολέμηση της ανεργίας,  έχει επιλέξει την αύξηση της ζήτησης μέσω των εξαγωγών, σε συνδυασμό με την αύξηση των αποταμιεύσεων που προέρχονται από τη μειωμένη ζήτηση στο εσωτερικό της – έτσι ώστε οι αποταμιεύσεις να οδηγούνται σε επενδύσεις, κυρίως στην εξαγωγική βιομηχανία της.

Πρόκειται για έναν επιτυχημένο μεν για την ίδια, αλλά «θανατηφόρο» συνδυασμό για τους δήθεν «εταίρους» της («πελάτες» καλύτερα), στους οποίους εξάγει σχεδόν το 60% των προϊόντων της – προκαλώντας την υπερχρέωση τους, καθώς επίσης την καταστροφή χιλιάδων θέσεων εργασίας. 

.

ΘΕΩΡΗΤΙΚΕΣ ΕΡΜΗΝΕΙΕΣ

Ουσιαστικά υφίστανται τέσσερις ερμηνείες της ανεργίας, μέσα από τις οποίες επιδιώκεται ταυτόχρονα, ενεργητικά ή παθητικά, η καταπολέμηση της. Στο παρόν κείμενο θα ασχοληθούμε μόνο με τις δύο από αυτές, αφήνοντας τις υπόλοιπες (μαρξιστική και ολοκληρωτική) για το μέλλον.

.

1. Η νεοκλασική θεωρεία

Σύμφωνα με τη νεοκλασική θεωρία, δεν είναι δυνατόν να υπάρξει στην ελεύθερη οικονομία «ακούσια» ανεργία για μεγάλα χρονικά διαστήματα. Επομένως, η ύπαρξη πραγματικής ανεργίας οφείλεται στους εκάστοτε κρατικούς περιορισμούς (συλλογικές συμβάσεις, ταμεία ανεργίας κλπ), οι οποίοι αυξάνουν  το κόστος εργασίας, «διαστρεβλώνουν» τις συνθήκες της ελεύθερης αγοράς και μειώνουν τη ζήτηση εργατικού δυναμικού.

Επειδή η ανεργία, όσον αφορά τη συνολική αντιμετώπιση της Οικονομίας, «απεικονίζει» μία ανισορροπία της αγοράς, μπορεί να αντιμετωπισθεί (πάντοτε σύμφωνα με τη νεοκλασική θεωρεία) μόνο με τη μείωση του κόστους εργασίας (μισθών, κρατήσεων, επιδομάτων κλπ) ή με τη μείωση της προσφοράς εργατικού δυναμικού (περιορισμός του αριθμού των εργαζομένων).

Εάν συγκρίνει κανείς μελλοντικά σενάρια, τότε η μείωση των μισθών κατά 1% έχει σαν αποτέλεσμα την αύξηση της απασχόλησης μεταξύ 0,5% και 2%, ανάλογα με την «ελαστικότητα» της ζήτησης εργασίας. Για τη Γερμανία, η μείωση των μισθών κατά 1% αυξάνει την απασχόληση κατά 0,96 φορές (στον κλάδο της επεξεργασίας) για τη Μ. Βρετανία κατά 1,85 και στις Η.Π.Α. (στο βιομηχανικό κλάδο) κατά 1,92 φορές.

Έτσι το πραγματικό κόστος (σε αγοραστική αξία δηλαδή ανά ώρα) εργασίας στις Η.Π.Α., στο βιομηχανικό κλάδο, αυξήθηκε μεταξύ των ετών 1982 και 2002 κατά μόλις 4%, ενώ στην Ολλανδία κατά 20% και στη (δυτική) Γερμανία κατά 38%. Αντίστοιχα αυξήθηκε και ο «παρεχόμενος» χρόνος εργασίας στο ίδιο χρονικό διάστημα, στις Η.Π.Α. κατά 36%, στην Ολλανδία κατά 24% και στη Γερμανία παρέμεινε σταθερός (χωρίς όμως να υπολογίζεται η μεγάλη αύξηση του πληθυσμού στις Η.Π.Α. και η πολύ περιορισμένη στη Γερμανία). Μέχρι εκείνο το σημείο λοιπόν (2002) οι Η.Π.Α. αύξαναν συνεχώς την ανταγωνιστικότητα τους, σε σύγκριση με την Ευρώπη (όχι όμως και με την Κίνα) – γεγονός που τότε προβλημάτισε αρκετά τις ισχυρές χώρες της ΕΕ.

Έτσι, η Γερμανία αποφάσισε τη «συγκράτηση» των μισθών των εργαζομένων της –  κάτι που, σε συνάρτηση με την αύξηση της παραγωγικότητας τους, είχε σαν αποτέλεσμα τη μείωση των πραγματικών αμοιβών στη βιομηχανία της χώρας κατά 14% από το χρόνο εισόδου της στην Ευρωζώνη. Αντίθετα στην Ελλάδα, η οποία εισήχθη στο χώρο του Ευρώ δυο χρόνια αργότερα, οι βιομηχανικοί μισθοί παρέμειναν στάσιμοι (μηδενική αύξηση), στην Πορτογαλία αυξήθηκαν κατά 5%, στην Ισπανία κατά 28% και στην Ιταλία κατά 46%.

Οι διαφορές αυτές «συνηγορούν» στη θέση ότι, τα προβλήματα της Ελλάδας επικεντρώνονταν ήδη από το 2008 στο δημόσιο και στους μισθούς των ΔΥ, οι οποίοι σχεδόν τριπλασιάστηκαν – αφού στον ιδιωτικό τομέα οι μισθοί παρέμειναν σταθεροί, μετά την είσοδο της χώρας στην Ευρωζώνη. Από την άλλη πλευρά φυσικά, με βάση την έκφραση «το μη χείρον βέλτιστο», τα χρήματα δεν συσσωρεύτηκαν στους ήδη υπερβολικά πλούσιους, αλλά στα νοικοκυριά των ΔΥ, τα οποία καταναλώνοντας τα για να καλύψουν τις ανάγκες τους, ενίσχυσαν ουσιαστικά την Οικονομία της χώρας (εξ αυτού και μέρος της υψηλής ανάπτυξης της Ελλάδας τα τελευταία έτη).

Στο σημείο αυτό οφείλουμε να επιστήσουμε την προσοχή, όσον αφορά τα μέτρα που λήφθηκαν για μειώσεις μισθών στην Ελλάδα (οι οποίες, παρά το ότι ήταν απαραίτητες για την αποκατάσταση της ισορροπίας ανάμεσα στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα, δεν έπρεπε να είναι απότομες), στο γεγονός ότι, σύμφωνα με τον Keynes, «Το πραγματικό επίπεδο προϊόντος και απασχόλησης εξαρτάται όχι από την ικανότητα για παραγωγή ή από το προϋπάρχων επίπεδο εισοδημάτων, αλλά από τις τρέχουσες αποφάσεις για παραγωγή, οι οποίες με τη σειρά τους εξαρτώνται από τις τρέχουσες αποφάσεις για επένδυση, καθώς επίσης από τις παρούσες προσδοκίες της τρέχουσας και μελλοντικής κατανάλωσης».

Για παράδειγμα, μπορεί να έχει κανείς σήμερα τη δυνατότητα να καταναλώσει ή να επενδύσει, χωρίς τελικά να το επιχειρεί, επειδή οι προσδοκίες του για το μέλλον (μείωση αμοιβών, ανεργία, χρεοκοπίες) είναι εντελώς απαισιόδοξες. Επομένως, όταν επικρατούν οι αρνητικές ειδήσεις σε σχέση με τις μελλοντικές προοπτικές της οποιασδήποτε Οικονομίας, οι καταναλωτές, οι επιχειρηματίες και οι επενδυτές επιδεινώνουν το πρόβλημα, το οποίο τότε εξελίσσεται σε μία «αυτοεκπληρούμενη προφητεία» (συμβαίνει δηλαδή, επειδή πιστεύουμε ότι θα συμβεί).

Ο μισθολογικός, αθέμιτος ανταγωνισμός της Γερμανίας (ο οποίος όμως ίσως συμβάλλει τελικά και στη δική της «αποβιομηχανοποίηση», κατά το «παράδειγμα» των Η.Π.Α.), είναι απόλυτα υπεύθυνος για την υπερχρέωση του Νότου (έχει το ίδιο αποτέλεσμα με την υπερβολική συγκέντρωση πλούτου σε λίγους και την αναγκαιότητα δανεισμού των υπολοίπων), ενώ είναι μάλλον εγκληματικός για το μέλλον της Ευρώπης.

Περαιτέρω, κατά την κλασική και νεοκλασική θεωρία, το αόρατο χέρι της αγοράς του A.Smith, ο αυτόματος μηχανισμός δηλαδή που καθορίζει τις τιμές, έχει ανάλογη εφαρμογή και στην αγορά εργασίας. Εάν δηλαδή εμφανίζεται υπερπροσφορά εργατικού δυναμικού, τότε οι μισθοί μειώνονται συνεχώς, μέχρι το «οριακό» εκείνο σημείο που θα αυξηθεί η ζήτηση – που θα ισορροπήσουν οι δύο «μεταβλητές». Η ισορροπία αυτή βέβαια «απαιτεί» πολλές φορές την εκούσια «μετανάστευση» του εργατικού δυναμικού, από τις περιοχές της χαμηλής, προς τις περιοχές της υψηλής ζήτησης.

Κάτι τέτοιο όμως είναι μεν εφικτό εντός του ίδιου κράτους (από περιοχή σε περιοχή), πολύ πιο δύσκολο εντός μίας διακρατικής ένωσης (όπως η ΕΕ) και σχεδόν αδύνατο σε παγκόσμια κλίμακα – γεγονός που αναδεικνύει ένα από τα τεράστια προβλήματα της παγκοσμιοποίησης, πολύ περισσότερο μετά την κατάρρευση του «υπαρκτού» σοσιαλισμού και την είσοδο στην καπιταλιστική «αγορά» εκατομμυρίων νέων εργαζομένων.

Φυσικά, από την πλευρά της προσφοράς, δεν είναι μόνο «υπεύθυνοι» οι μισθοί για τη ρύθμιση της αγοράς εργασίας, αλλά και οι κρατικοί μηχανισμοί – οι οποίοι πολλές φορές εμποδίζουν τη δημιουργία νέων επιχειρήσεων, στη θέση παλαιοτέρων, στα πλαίσια των απαιτούμενων «δομικών» αλλαγών της Οικονομίας. Για παράδειγμα, η εμμονή στη λειτουργία μη ανταγωνιστικών βιομηχανιών (όπως η κλωστοϋφαντουργία στην Ελλάδα), οι οποίες ενίοτε προστατεύονται από τα κράτη, παρά το ότι παράγουν ζημίες.

Περαιτέρω, με στόχο την καταπολέμηση της ανεργίας, η νεοκλασική σχολή (ορισμένες από τις μεθόδους της οποίας έχουν επιβληθεί από το ΔΝΤ με το χειρότερο δυνατό τρόπο στην Ελλάδα), προτείνει κυρίως τα εξής:

.

(α)  Κατάργηση της υποχρέωσης πληρωμής συμφωνημένων μισθών, οι οποίοι καθορίζονται από τις εκάστοτε συλλογικές συμβάσεις, στην περίπτωση που η επιχείρηση ή ο κλάδος αντιμετωπίζουν προβλήματα ανταγωνισμού.

(β)  Το ύψος των χρημάτων που λαμβάνουν οι άνεργοι από το ταμείο ανεργίας οφείλει να είναι τόσο χαμηλό, όσο για να συμφέρει την ανάληψη μίας θέσης εργασίας, με μικρότερο μισθό από την προηγούμενη.

)  Ελαστικότητα του χρόνου εργασίας, με μείωση του σε περιόδους που δεν υπάρχει ανάγκη και αύξηση του όταν διαφοροποιούνται οι συνθήκες. Η συγκεκριμένη «μέθοδος» περιορίζει τον κίνδυνο απολύσεων, όταν η Οικονομία ευρίσκεται σε ύφεση.

(δ)  Κατάργηση των «εξωτερικών» ρυθμίσεων και αλλαγές στην αγορά εργασίας – για παράδειγμα, κατάργηση της νομοθεσίας για την προστασία έναντι απολύσεων και τη διευκόλυνση της σύναψης συμβάσεων περιορισμένου χρόνου εργασίας.

.

To άρθρο αποτελείται από 3 Σελίδες (…)

Σχετικά με τον Αρθρογράφο

Βασίλης Βιλιάρδος

Βασίλης Βιλιάρδος

Οικονομολόγος

E-mail: viliardos@analyst.gr

Ειδικότητα: Mάκρο-οικονομικά / Πολιτική Οικονομία

Συμφωνείτε ή διαφωνείτε; Συντάξτε την άποψή σας

Απόψεις και σχόλια

/* ]]> */