Ο θάνατος της τουρκικής δημοκρατίας - Analyst.gr - Οικονομικές ειδήσεις, Γεωοικονομικές αναλύσεις, Πολιτική, Αγορές
ΓΕΩΟΙΚΟΝΟΜΙΑ & ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ο θάνατος της τουρκικής δημοκρατίας

Email this page.
Print Friendly

.

A protester stands in front of the police barricade on the main road which leads to the High Electoral Board in Ankara, Turkey, April 16, 2017.

Oι ανώτατες εισοδηματικές τάξεις εγκαταλείπουν την Τουρκία, με κυριότερους προορισμούς την Ισπανία, την Πορτογαλία και την Ελλάδα, σημειώνοντας πως πέρυσι 6.000 εκατομμυριούχοι μετανάστευσαν σε άλλα κράτη – η εμπειρία του ΔΝΤ.  

(Το άρθρο αποτελείται από 2 Σελίδες)

.

Ανάλυση

62

Η κοινοβουλευτική δημοκρατία στην Τουρκία, μετά από σχεδόν 100 χρόνια και αφού κατάφερε να επιζήσει από πολέμους και πραξικοπήματα, κατέρρευσε – έχοντας κηδευτεί από εκείνους τους Πολίτες της χώρας που ψήφισαν ΝΑΙ με πλειοψηφία 51,4%. Οι ελάχιστοι ψήφοι, με τους οποίους κέρδισε ο πρόεδρος της χώρας το δημοψήφισμα, του δίνουν τη δυνατότητα να κυβερνήσει απολυταρχικά – αφού η ψήφιση του προεδρικού συστήματος που θα ακολουθήσει, επικεντρώνει όλες τις εξουσίες στον ίδιο.

Εν προκειμένω δεν πρόκειται για μία συνταγματική αναθεώρηση, όπως ισχυρίζεται η τουρκική κυβέρνηση – αλλά για μία επανάσταση, για ένα πραξικόπημα εκ των άνω, το οποίο καταργεί τη δημοκρατία στην Τουρκία, μετατρέποντας την σε ένα δικτατορικό κράτος του ενός ανδρός. Λογικά λοιπόν θεωρείται πως η 16η Απριλίου θα καταγραφεί στην ιστορία ως η ημερομηνία που καταλύθηκε η δημοκρατία του Ατατούρκ – ενώ τα αποτελέσματα της θα γίνονται αντιληπτά ακόμη και όταν θα έχει πάψει να υπάρχει ο σημερινός της πρόεδρος.

Συνεχίζοντας, οι Πολίτες υποχρεώθηκαν να αποφασίσουν για μία συνταγματική αλλαγή στις συνθήκες εκτάκτου ανάγκης που επικρατούν σήμερα στην Τουρκία, με 40.000 ανθρώπους κλεισμένους στις φυλακές – εκ των οποίων οι 150 είναι δημοσιογράφοι, ενώ οι δύο αρχηγοί της δεύτερης μεγαλύτερης αντιπολιτευτικής παράταξης που στηρίζει τους Κούρδους.

Παράλληλα ο Τούρκος πρόεδρος χρησιμοποίησε ολόκληρο τον κρατικό μηχανισμό για να κερδίσει το δημοψήφισμα – την αστυνομία, τη Δικαιοσύνη και τη δημόσια διοίκηση, ενώ οι 17 μεγαλύτεροι τηλεοπτικοί σταθμοί της χώρας έδωσαν το 90% του τηλεοπτικού τους χρόνου στους οπαδούς του «ΝΑΙ», όταν στην αντιπολίτευση μόλις το 10%. Εν τούτοις κέρδισε με μία ελάχιστη διαφορά, κατηγορούμενος επί πλέον τεκμηριωμένα για εκλογική νοθεία – χάνοντας την πλειοψηφία στις τρεις σημαντικότερες πόλεις της Τουρκίας (Κωνσταντινούπολη, Σμύρνη και Άγκυρα).

Όλα αυτά είναι φυσικά αδιάφορα για το δικτάτορα, ο οποίος θα χρησιμοποιήσει το αποτέλεσμα για να ενισχύσει ακόμη περισσότερο το αυταρχικό του καθεστώς – αφού θα του δίνεται η δυνατότητα να διαλύει όποτε θέλει τη Βουλή, να μη δεσμεύεται από την κομματική ουδετερότητα, καθώς επίσης να διορίζει τους 12 από τους 15 συνταγματικούς δικαστές, ενώ καταργείται ταυτόχρονα η θέση του πρωθυπουργού.

Η αντιπολίτευση τώρα αναφέρεται σε μία εκλογική απάτη, λέγοντας πως θα αμφισβητήσει νομικά το αποτέλεσμα – κάτι που δεν πρόκειται να έχει επιτυχία αλλά, αντίθετα, θα δηλητηριάσει ακόμη περισσότερο το πολιτικό κλίμα στη διαιρεμένη σε δύο ισάριθμες ομάδες χώρα.

252

Την ίδια στιγμή οι ανώτατες εισοδηματικές τάξεις συνεχίζουν να εγκαταλείπουν την Τουρκία, με κυριότερους προορισμούς την Ισπανία, την Πορτογαλία και την Ελλάδα – σημειώνοντας πως το 2016 περίπου 6.000 εκατομμυριούχοι μετανάστευσαν σε άλλα κράτη, έναντι μόλις 1.000 το 2010. Σε κάθε περίπτωση η Τουρκία, από μία πολλά υποσχόμενη αναπτυσσόμενη χώρα, μετατρέπεται σταδιακά σε μια περιοχή υψηλού ρίσκου – ενώ, παρά το ότι αναμένεται η σταθεροποίηση ή η άνοδος της ισοτιμίας της τουρκικής λίρας, επειδή οι αγορές τάσσονται πάντοτε υπέρ της πολιτικής σταθερότητας, η οικονομία της Τουρκίας θα συνεχίσει την καθοδική της πορεία.

Η ίδια η χώρα θα κινδυνεύσει να διαμελισθεί στις τρεις περιοχές που έδειξαν πόσο διαφέρουν μεταξύ τους, με βάση τα αποτελέσματα του δημοψηφίσματος (ανάλυση) – όπου ο πρόεδρος κέρδισε σχεδόν μόνο τις υποανάπτυκτες. Η κατάρρευση της οικονομίας της πάντως ξεκίνησε πολλά χρόνια πριν (άρθρο), ως επακόλουθο των μέτρων που επιβάλλει στις χώρες το ΔΝΤ (ανάλυση) – υπενθυμίζοντας τα εξής:

Το ξεκίνημα της κρίσης

Η μεγάλη χρηματοπιστωτική κρίση ξέσπασε ουσιαστικά στην Τουρκία το Φεβρουάριο του 2001 – με αφορμή τη στοχευμένη επίθεση του προέδρου της χώρας εναντίον του πρωθυπουργού της, στο Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας (ένα κρατικό όργανο, στο οποίο υπερίσχυε το στρατιωτικό καθεστώς). Ο τότε πρόεδρος είχε κατηγορήσει τον πρωθυπουργό, ισχυριζόμενος ότι έχει αποτύχει παταγωδώς στην καταπολέμηση της διαφθοράς – με το «σκάνδαλο» να αναπαράγεται και να μεγαλοποιείται από όλα σχεδόν τα τουρκικά και διεθνή ΜΜΕ.

Αμέσως μετά τη διαμάχη της ανώτατης ηγεσίας, κατέρρευσαν οι μετοχές στο χρηματιστήριο της χώρας ενώ αργότερα, μετά την «απελευθέρωση» της συναλλαγματικής ισοτιμίας της τουρκικής λίρας, ακολούθησε η υποτίμηση της κατά 40% – επομένως και η αντίστοιχη, θανατηφόρα ασφαλώς μείωση των πραγματικών αμοιβών των εργαζομένων.

«Θυμάμαι ακριβώς τι συνέβη τότε», αναφέρει χαρακτηριστικά ένας ξένος παρατηρητής, συνεχίζοντας: «Ήταν η 21η Φεβρουαρίου του 2001. Από τη μία ημέρα στην άλλη, το δολάριο δεν κόστιζε πια 690.000 λίρες, αλλά 850.000 – πριν ακόμη ανακοινωθεί επίσημα από την κυβέρνηση η απελευθέρωση της τουρκικής λίρας. Μέχρι τις 28 Φεβρουαρίου του 2001, την κύρια ημέρα της χρηματοπιστωτικής κρίσης, την ημέρα μηδέν, η ισοτιμία αναρριχήθηκε σχεδόν στις 900.000 λίρες. Αργότερα, έφτασε στο 1.300.000 λίρες».

Σαν επακόλουθο των παραπάνω, η οικονομία της χώρας κατέρρευσε με τη σειρά της – με την ύφεση να ξεπερνάει το 3% και τον πληθωρισμό να πλησιάζει το 50%, σύμφωνα με τις ανακοινώσεις της κυβέρνησης (κατά την Morgan Stanley τότε, η ύφεση ήταν της τάξης του 7,2% και ο πληθωρισμός 70%). Παράλληλα, τα επιτόκια δανεισμού για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, έφτασαν στο 110% – ένα μέγεθος με το οποίο ήταν αδύνατον να επιβιώσουν.

Κατά τη διάρκεια των επομένων εβδομάδων η βιομηχανική παραγωγή μειώθηκε κατά 10%, αρκετές χιλιάδες μικρομεσαίες επιχειρήσεις χρεοκόπησαν, ολόκληροι βιομηχανικοί κλάδοι (υποδήματα, κλωστοϋφαντουργίες) έπαψαν να λειτουργούν, ενώ περίπου 500.000 εργαζόμενοι έχασαν τη δουλειά τους – παρά το ότι η ανεργία ήταν ήδη στο 18%, πριν ακόμη ξεσπάσει η κρίση. Εκτός αυτού, τα φάρμακα σε όλα τα νοσοκομεία της Τουρκίας εξαντλήθηκαν, αφού οι ξένες φαρμακοβιομηχανίες σταμάτησαν να προμηθεύουν τη χώρα – λόγω της αβέβαιης ισοτιμίας του νομίσματος της.

Η κατάληψη της εξουσίας

Στις αρχές Μαρτίου του 2001, οι υπευθυνότητες για το μεγαλύτερο μέρος της Οικονομίας και του χρηματοπιστωτικού συστήματος, ανατέθηκαν στον K.Dervis – στον μέχρι τότε αντιπρόεδρο δηλαδή της Παγκόσμιας Τράπεζας, ο οποίος ήταν στο στελεχιακό δυναμικό της από τη δεκαετία του ’70. Ο K.Dervis, αρκετά χρόνια προηγουμένως, είχε διαχωρίσει το δρόμο του από τον σοσιαλιστή πρωθυπουργό της Τουρκίας, όταν αυτός (B. Ecevit) είχε πολύ σωστά εναντιωθεί στη δραστική ιδιωτικοποίηση της οικονομίας – ιδρύοντας μαζί με άλλους πολιτικούς, το 1994, τη «Νέα Δημοκρατική Κίνηση».

Η οργάνωση αυτή, υπό τη ηγεσία του προέδρου των εργοδοτών, ήταν υπέρ ενός συμβιβασμού στο κουρδικό θέμα, «προωθούσε» τη συνεννόηση με το πολιτικό Ισλάμ και σχεδίαζε τη ριζική φιλελευθεροποίηση της Οικονομίας – στα πλαίσια των αρχών των «παιδιών του Σικάγου». Εν τούτοις, μετά τα αποτελέσματα των εκλογών του 1995 η «οργάνωση», στην οποία συμμετείχε ο K. Dervis, εξαφανίσθηκε εντελώς από την πολιτική σκηνή.

Στις 19 Μαρτίου του 2001, η κυβέρνηση συμφώνησε με το ΔΝΤ σε ένα «μεσοπρόθεσμο» πρόγραμμα ριζικής «αναμόρφωσης» της τουρκικής οικονομίας – το οποίο προέβλεπε την αναδιάρθρωση του τραπεζικού τομέα, τον δραστικό περιορισμό των ελλειμμάτων του προϋπολογισμού, μέσα από τη μεγάλη μείωση των δημοσίων δαπανών, καθώς επίσης τις ιδιωτικοποιήσεις όλων των κρατικών εταιρειών. Ίσως οφείλουμε να σημειώσουμε εδώ ότι, η τουρκική οικονομία είχε χαρακτηρισθεί ως «σοβιετικού τύπου» από τους ιθύνοντες του ΔΝΤ – οι οποίοι τοποθέτησαν αμέσως το δικό τους άνθρωπο, στην ισχυρότερη θέση της χώρας (Υπουργείο Οικονομικών).

Συνεχίζοντας οι διεθνείς επενδυτές, οι τοκογλύφοι και το Καρτέλ δηλαδή, δεν εμπιστευόντουσαν ότι η τότε πολυκομματική κυβέρνηση, συναποτελούμενη από τη σοσιαλιστική, τη συντηρητική και την εθνικιστική παράταξη (Γκρίζοι Λύκοι), θα μπορούσε να επιβάλλει τις αλλαγές – πόσο μάλλον όταν τόσο οι κρατικές τράπεζες, όσο και οι δημόσιες επιχειρήσεις, ήταν οι βασικές «δεξαμενές» άντλησης πολιτικής δύναμης για τα κόμματα.

Ακριβώς για το λόγο αυτό οι δυτικές κυβερνήσεις, το ΔΝΤ και οι τράπεζες (η πραγματική Τρόικα ουσιαστικά, σύμφωνα με την ευρηματική ονομασία που της έδωσαν πρώτοι οι Έλληνες), πίεζαν μαζικά και από κοινού την Τουρκία με απώτερο, κρυφό στόχο την «άλωση» και τη λεηλασία της. Έτσι λοιπόν, τα «παρακλητικά» γράμματα του τότε πρωθυπουργού για την παροχή οικονομικής βοήθειας στη χώρα του (δάνεια), είτε δεν γινόταν αποδεκτά, είτε συνδέονταν με απίστευτες απαιτήσεις ολοκληρωτικής αναδιάρθρωσης (ξεπουλήματος καλύτερα)  της τουρκικής οικονομίας.

Παράλληλα, τόσο τα διεθνή ή τοπικά ΜΜΕ, όσο και οι σύνδεσμοι των εργοδοτών, βιομηχάνων και επιχειρηματιών, ενισχυόμενοι σιωπηλά από τη στρατιωτική εξουσία (η οποία απειλούσε έμμεσα ακόμη και με πραξικόπημα), είχαν εξαπολύσει μία απίστευτη «γκεμπελική καμπάνια», κατηγορώντας με κάθε τρόπο την κυβέρνηση για ανικανότητα και διαφθορά. Ο δήθεν στόχος τους ήταν η μετατροπή της Τουρκίας σε μία σύγχρονη Δημοκρατία, μακριά από τον «κρατισμό» του παρελθόντος.

Συνεχίστε στη 2η σελίδα (…)  

Σχετικά με τον Αρθρογράφο

Analyst Team

Analyst Team

Συμφωνείτε ή διαφωνείτε; Συντάξτε την άποψή σας

Απόψεις και σχόλια

/* ]]> */