ΓΕΩΟΙΚΟΝΟΜΙΑ & ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Στημένες παγίδες

Print Friendly

.

354

Ο άξιος απόγονος του Γκέμπελ, γνωρίζοντας πως είναι αναπόφευκτη η δημοσιονομική ένωση της Ευρωζώνης μετά το 2018, προσπαθεί να ωθήσει την Ελλάδα είτε στην «ηρωική έξοδο» της, είτε στην παραμονή της ως εξαθλιωμένη αποικία – παρά το ότι υπάρχουν καλύτερες λύσεις για την πατρίδα μας.   

.

(To άρθρο αποτελείται από 2 Σελίδες)  

.

«Τα διάφορα σενάρια βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους που έχουν δημοσιοποιηθεί, τα οποία βασίζονται σε ένα συνδυασμό των παραδοχών που έχουν καταγραφεί σε κείμενα είτε του ΔΝΤ, είτε του ESM, είναι τα εξής:

(α)  Η ελληνική οικονομία βραχυπρόθεσμα θα αναπτύσσεται με ρυθμούς από 2,5% έως 3% από το 2017 και μετά, ενώ μακροπρόθεσμα θα πλησιάζει το 1,2% – κάτι που δεν είναι εύκολα κατανοητό, με δεδομένη την υπερβολική φορολόγηση, τα συνεχή μέτρα, την πτώση της ζήτησης, την ανεργία, τις χρεοκοπίες, την αδυναμία επενδύσεων κοκ. Προφανώς οι δανειστές έχουν υπ’ όψιν τους κάποια άλλη εξίσωση, εκτός από την ΑΕΠ = κατανάλωση + ιδιωτικές επενδύσεις + δημόσιες δαπάνες + (εξαγωγές – εισαγωγές). 

(β)  Με βάση τα παραπάνω, το 2060 το ονομαστικό ΑΕΠ της χώρας θα ανέρχεται στα 728 δις €, ενώ το πραγματικό (αφαιρουμένου του πληθωρισμού) σε 336 δις €.

(γ) Τα πρωτογενή (προ τόκων) πλεονάσματα θα πρέπει, σύμφωνα με την απαίτηση των δανειστών, να  διατηρούνται στο 3,5% έως το 2029 – όπου ουσιαστικά υπολογίζεται ότι, θα έχει ολοκληρωθεί η εξαγορά της δημόσιας και ιδιωτικής περιουσίας των ιθαγενών από τους ξένους, σε εξευτελιστικές τιμές.

Σε απόλυτα μεγέθη, θα πρέπει να υπερβαίνουν τα 6 δις € το 2017 – αυξανόμενα κάθε χρόνο ανάλογα με την άνοδο του ΑΕΠ (ρυθμό ανάπτυξης). Επομένως θα καλύπτονται οι τόκοι και θα εξελιχθούν σταδιακά σε δημοσιονομικά (μετά τόκων) πλεονάσματα – έως ότου βέβαια αρχίσει να δανείζεται η Ελλάδα από τις αγορές, όπου φυσικά τα επιτόκια θα είναι μεγαλύτερα.     

Πρόκειται προφανώς για κάτι που δεν έχει επιτύχει ποτέ καμία χώρα στον πλανήτη – πόσο μάλλον μία χρεοκοπημένη, καθώς επίσης με ένα νόμισμα που δεν το διαχειρίζεται η ίδια. Στη συνέχεια πάντως οφείλουν να μειωθούν σταδιακά, φτάνοντας στο 1,5% – οπότε μπορούμε να συνεχίσουμε να κοιμόμαστε ήσυχοι.

(δ)  Υπό τις παραπάνω προϋποθέσεις, χωρίς παρεμβάσεις, καθώς επίσης με την υπόθεση ότι, η Ελλάδα θα μπορεί και χρηματοδοτείται από τις αγορές με επιτόκιο 5% και από τον ESM με επιτόκιο 3,3%, το ελληνικό χρέος το 2060 θα ανέρχεται σε 165% του ΑΕΠ – δηλαδή σε απόλυτα νούμερα στα 1,2 τρις €.

(ε) Με βάση την υπόθεση ότι, σταδιακά μέχρι το 2060 εκείνο το τμήμα του χρέους που λήγει θα (ανά)χρηματοδοτείται με τα προβλεπόμενα επιτόκια αγοράς, οι ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες αναμένεται μεσοπρόθεσμα να ξεπεράσουν το 15% του ΑΕΠ συμπεριλαμβανομένων των εντόκων γραμματίων – με τα σημερινά μεγέθη δηλαδή θα πρέπει να δανείζεται η χώρα πάνω από 26 δις € ετησίως, με τα μελλοντικά πολύ περισσότερα.

Μακροπρόθεσμα θα πρέπει να δανείζεται σε επίπεδα άνω του 20% του ΑΕΠ (με σημερινά μεγέθη άνω των 35 δις €), φτάνοντας το 2060 κοντά στο 25% – όπου, με κριτήριο το τότε πραγματικό ΑΕΠ (336 δις €), θα είναι υποχρεωμένη να βρίσκει δανεικά ύψους 84 δις € ετήσια» (Μελέτη της Πειραιώς με παρεμβάσεις).

.

Ανάλυση

Από την εισαγωγή του κειμένου συμπεραίνεται εύκολα ότι οι δανειστές, η γερμανική κυβέρνηση καλύτερα και συγκεκριμένα ο κ. Αδόλφος Σόιμπλε, μας επιβάλλουν κάτι που δεν έχει ασφαλώς καμία οικονομική λογική από τη δική μας πλευρά, όσον αφορά τη βιωσιμότητα της χώρας μας – αφού, ακόμη και αν πουλήσει το δημόσιο τα πάντα στις σημερινές εξευτελιστικές τιμές, καθώς επίσης ακόμη και αν κατασχεθεί/πλειστηριασθεί ολόκληρη η ιδιωτική περιουσία από το αφελληνισμένο πλέον τραπεζικό μας σύστημα, το χρέος που θα κληροδοτήσουμε στα παιδιά μας το 2060 θα ανέρχεται στο 165% του ΑΕΠ!

Πώς άλλωστε θα μπορούσε να θεωρηθεί λογικό το χρέος μίας λεηλατημένης πλέον χώρας να είναι βιώσιμο στο 165% του ΑΕΠ της, όταν πτώχευσε με χρέος κάτω από το 130% του ΑΕΠ της το 2009; Πόσο μάλλον όταν το 2010 διέθετε έναν υγιή τραπεζικό τομέα, ελάχιστα ιδιωτικά χρέη, μία οικονομία που λειτουργούσε, ένα ΑΕΠ κατά 25% υψηλότερο, καθώς επίσης πάνω από τα διπλάσια περιουσιακά στοιχεία στις τότε τιμές;

Την ίδια στιγμή η Ελλάδα δεν είναι ουσιαστικά ισότιμο μέλος ούτε της ΕΕ (αφού έχουν υιοθετηθεί έλεγχοι στη διακίνηση κεφαλαίων), ούτε της Ευρωζώνης – επειδή δεν της επιτρέπεται να συμμετέχει στο μηχανισμό ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ, μέσω του οποίου επιδιώκεται ο περιορισμός των χρεών των υπολοίπων χωρών του Νότου.

Από την άλλη πλευρά ο κ. Α. Σόιμπλε τόνισε ξανά ότι, «όσο οι υπεύθυνοι στην Ελλάδα επιθυμούν την παραμονή της στη ζώνη του ευρώ, άλλος δρόμος δεν υπάρχει εκτός από τον παραπάνω» – αναφέροντας επί πλέον πως έχουν διεξαχθεί συζητήσεις για την έξοδο της, όπου ο ίδιος πρότεινε ως αντάλλαγμα τη μείωση του χρέους κατά 50 δις €.

Εύλογα λοιπόν υποθέτει κανείς πως ο πρώτος στόχος του Γερμανού είναι να υποχρεώσει την Ελλάδα εάν παραμείνει στο ευρώ σε ένα παράλληλο νόμισμα, αμέσως μετά τις εκλογές στη χώρα του – όπως άλλωστε συνηθιζόταν με τις αποικίες στο παρελθόν, αν και με άλλη μορφή. Ο εναλλακτικός στόχος του είναι να υποφέρουν τόσο πολύ οι Έλληνες, ώστε να αποχωρήσουν εκούσια από την Ευρωζώνη, έναντι «πινακίου φακής» και αφού θα έχουν προηγουμένως λεηλατηθεί – επειδή γνωρίζει πολύ καλά ότι, δεν υπάρχει νομικός τρόπος για να υποχρεωθεί η Ελλάδα ακούσια στην έξοδο της.

Εν τούτοις οφείλουμε να αναρωτηθούμε γιατί επιμένει τόσο πολύ στο πρωτογενές πλεόνασμα, εκτός από το ότι με τη βοήθεια του θα λεηλατηθεί ευκολότερα η Ελλάδα – επειδή δεν απαιτεί κάτι τέτοιο μόνο από τη χώρα μας αλλά, επίσης, από όλες τις άλλες, κυρίως από τις ελλειμματικές του ευρωπαϊκού Νότου.

Στα πλαίσια αυτά, όλοι όσοι γνωρίζουν πως το 2018 θα αρχίσουν οι επίσημες συζητήσεις για τη δημοσιονομική ένωση της Ευρωζώνης όπου, εφόσον αποφασιστεί, τα πλεονάσματα του Βορά θα καλύπτουν πια τα ελλείμματα του Νότου, κατανοούν πως η πρωσική κυβέρνηση της Γερμανίας θέλει είτε να είναι τότε πλεονασματική η Ελλάδα, είτε να μην είναι πλέον μέλος του ευρώ – οπότε θα επιδιώξει με όλες τις δυνάμεις της να γίνει πλεονασματική η χώρα μας ή, εναλλακτικά, να υποχρεωθεί να αποχωρήσει εκούσια. Για να κατανοήσουμε καλύτερα τη λογική της Γερμανίας, εν πρώτοις τα εξής:

Η αναπόφευκτη δημοσιονομική ένωση

Αρκετοί θεωρούν πως η Γερμανία και η Ολλανδία δεν θα θελήσουν τελικά να ενωθεί δημοσιονομικά η Ευρωζώνη – επειδή δεν θα επιθυμούν να καλύπτουν με τα πλεονάσματα τους τα ελλείμματα των υπολοίπων. Εν τούτοις κάνουν μεγάλο λάθος, αφού χωρίς αυτήν την ένωση η ζώνη του ευρώ θα διαλυθεί – κάτι που ασφαλώς δεν συμφέρει τη Γερμανία, τόσο από οικονομικής πλευράς, όσο και από γεωπολιτικής, κυρίως επειδή διαφορετικά θα παραμείνει αποικία των Η.Π.Α.

Το λάθος τους ίσως οφείλεται στο ότι, ασχολούμενοι μόνο με τα θέματα της επικαιρότητας (BREXIT, Trump, ITALEXIT κοκ.) δεν γνωρίζουν πως μακριά από τα βλέμματα της δημοσιότητας, η ΕΚΤ επεξεργάζεται μεθοδικά την περαιτέρω μείωση των χρεών των χωρών της Ευρωζώνης – η οποία ξεκίνησε με το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης (QE) το Μάρτιο του 2015 με την Ελλάδα εκτός, ενώ θεωρείται μεν πως θα τελειώσει το Μάρτιο του 2017, αλλά πιθανότατα θα επιμηκυνθεί.

Στα πλαίσια αυτά οι κεντρικοί τραπεζίτες αγοράζουν με φρέσκα τυπωμένα χρήματα αξιόγραφα από την αγορά, ύψους 1.740 τρις € – εκ των οποίων τα 1.400 τρις € οφείλουν να αφορούν ομόλογα των χωρών τους. Παρά το ότι τώρα το πρόγραμμα QE μοιάζει να λειτουργεί συμμετρικά, με την έννοια πως κάθε κεντρική τράπεζα αγοράζει τα ομόλογα της χώρας της σε αναλογία με το μέγεθος της, στην πραγματικότητα δεν είναι.

Η αιτία επικεντρώνεται στο ότι, τα ήδη εκδοθέντα ομόλογα των χωρών του ευρωπαϊκού Νότου, ξαναγοράζονται ως επί το πλείστον από το εξωτερικό – στο οποίο είχαν καταλήξει ως αποτέλεσμα του προηγούμενου υπερβολικού δανεισμού τους, συμπεριλαμβανόμενων των ελλειμμάτων στα ισοζύγια τρεχουσών συναλλαγών τους.

Ως εκ τούτου η κεντρική τράπεζα της Ισπανίας, για παράδειγμα (πηγή: Sinn), αγοράζει ισπανικά ομόλογα από ολόκληρο τον πλανήτη – οπότε, με τον τρόπο αυτό μειώνει τα χρέη του ισπανικού δημοσίου απέναντι στους ιδιώτες επενδυτές. Μετατρέπει δηλαδή το ξένο, εξωτερικό χρέος σε εσωτερικό – όπου, γνωρίζοντας ότι μία χώρα δεν χρεοκοπεί λόγω του ύψους των δημοσίων χρεών της, αλλά των εξωτερικών, περιορίζεται ανάλογα ο κίνδυνος πτώχευσης της Ισπανίας.

Περαιτέρω η κεντρική τράπεζα της Ισπανίας, για να αγοράσει ομόλογα, ζητάει από τις άλλες κεντρικές τράπεζες του ευρωπαϊκού συστήματος, κυρίως από τη γερμανική και δευτερευόντως από την ολλανδική, να της πιστώσουν τα νέα ευρώ και να τα δώσουν στους πωλητές των ισπανικών ομολόγων – πολύ συχνά δε, όταν οι πωλητές αυτοί δεν είναι εγκατεστημένοι εντός της Ευρωζώνης, ζητάει εναλλακτικά αυτή τη «χάρη» από την ΕΚΤ.

Στην τελευταία αυτή περίπτωση διενεργούνται συχνά τριγωνικές συναλλαγές – με την έννοια πως οι πωλητές ισπανικών ομολόγων, αφού τα πουλήσουν στην Ισπανία, εμβάζουν τα χρήματα στη Γερμανία ή στην Ολλανδία, για να τα τοποθετήσουν εκεί σε αξιόγραφα σταθερού επιτοκίου, σε ομόλογα εταιρειών ή σε μετοχές. Εν προκειμένω, η κεντρική τράπεζα της Γερμανίας ή της Ολλανδίας δεν πιστώνει μόνο τα απ’ ευθείας εμβάσματα από την Ισπανία – αλλά, επίσης, τα εμβάσματα από τις τρίτες χώρες.

Τα δάνεια αυτά που με τον παραπάνω τρόπο χορηγούν οι κεντρικές τράπεζες της Γερμανίας και της Ολλανδίας, καταχωρούνται στο ευρωπαϊκό σύστημα ως απαιτήσεις του Target 2 το οποίο ήταν συνολικά 885 δις € το Φεβρουάριο (γράφημα, πηγή), με το μεγαλύτερο μέρος του να αφορά τη Γερμανία (κατά άλλους ήταν λιγότερο, αλλά αυξάνεται συνεχώς κατά 20 δις € μηνιαία, εις βάρος της Γερμανίας και της Ολλανδίας).

353

Επεξήγηση γραφήματος: Εξέλιξη του Target 2, όπου πάνω από το μηδέν είναι οι πιστώτριες χώρες-κεντρικές τράπεζες (Γερμανία, Λουξεμβούργο, Ολλανδία, Φινλανδία, Κύπρος), ενώ κάτω οι χρεώστες (Ισπανία, Ιταλία, Ελλάδα, Πορτογαλία, ΕΚΤ).

.

Περαιτέρω, για τις χώρες του Νότου οι συναλλαγές αυτές θεωρούνται ως εξαιρετικά ωφέλημα εγχειρήματα – επειδή ανταλλάσσουν τα έντοκα ομόλογα των κρατών τους με ημερομηνία λήξης που ευρίσκονται στα χέρια ιδιωτών επενδυτών, με άτοκα σήμερα και ουσιαστικά χωρίς ημερομηνία λήξης λογιστικά χρέη των κεντρικών τραπεζών τους. Με Θεσμούς δηλαδή που ανήκουν μεν στα κράτη τους, αλλά που ορίζονται στο σύμφωνο του Μάαστριχτ, λόγω της έλλειψης υποχρέωσης (δέσμευσης) χρηματοδότησης, ως ιδρύματα περιορισμένης ευθύνης!

Με απλά λόγια, εάν κάποια στιγμή προκαλούταν κραχ και εγκατέλειπαν αυτές οι χώρες την Ευρωζώνη, όπως συζητείται για την Ιταλία, οι κεντρικές τους τράπεζες πιθανότατα θα χρεοκοπούσαν – επειδή το μεγαλύτερο μέρος των χρεών τους είναι σε ευρώ, ενώ οι απαιτήσεις τους είναι απέναντι στο κράτος τους και στις εγχώριες τράπεζες, οπότε θα ανταλλασσόταν με ένα εθνικό νόμισμα που θα υποτιμούταν ραγδαία.

Συνεχίστε στη 2η σελίδα (…)

Σχετικά με τον Αρθρογράφο

Βασίλης Βιλιάρδος

Βασίλης Βιλιάρδος

Οικονομολόγος

E-mail: viliardos@analyst.gr

Ειδικότητα: Mάκρο-οικονομικά / Πολιτική Οικονομία

Συμφωνείτε ή διαφωνείτε; Συντάξτε την άποψή σας

Απόψεις και σχόλια

/* ]]> */