ΕΚΤ, η λύση των λύσεων - Analyst.gr - Οικονομικές ειδήσεις, Γεωοικονομικές αναλύσεις, Πολιτική, Αγορές
Αρχείο Παλαιότερα ΜΑΚΡΟ-ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ

ΕΚΤ, η λύση των λύσεων

Email this page.
Print Friendly
ΕΚΤ, Ευρώπη και κίνδυνοι
Οι παγίδες της διαγραφής χρέους, το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα, οι ιδιαιτερότητες της τράπεζας της Ευρώπης, η διαχείριση κερδών ή ζημιών των κεντρικών τραπεζών, η ριζική επίλυση της κρίσης χρέους και ο ευρωπαϊκός δρόμος για το μέλλον
 .
(To άρθρο αποτελείται από 3 Σελίδες)
(ΑΡΧΕΙΟ)
.

“Το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα δεν ενδιαφέρεται τόσο για τα κεφάλαια, πόσο μάλλον για τα «εικονικά» χρήματα που παράγει, όσο για τους τόκους που προσφέρουν. Τα κεφάλαια μοιάζουν με τα «οπωροφόρα» δέντρα, τα οποία έχουν αξία, μόνο όταν παράγουν καρπούς”.

“Το υφιστάμενο διεθνές συναλλαγματικό σύστημα, είναι ένα προϊόν του παρελθόντος” (H Jintao, πρώην γενικός γραμματέας του κομμουνιστικού κόμματος της Κίνας).

“Το πρωταρχικό, βραχυπρόθεσμο πρόβλημα ασφάλειας των Η.Π.Α., είναι η παγκόσμια οικονομική κρίση και οι γεωπολιτικές επιπτώσεις της” (D.Blair, διευθυντής της εθνικής υπηρεσίας πληροφοριών).  

 

Ανάλυση

Είμαστε ανέκαθεν εναντίον της διαγραφής χρέους της Ελλάδας, ακόμη και αν υποθέσουμε ότι, θα μπορούσε ένα μεγάλο μέρος του να χαρακτηρισθεί ως επαχθές – κάτι που σίγουρα δεν συμβαίνει, με κριτήριο τη μέθοδο που υιοθέτησε ο Ισημερινός. Η αιτία δεν είναι η υπερβολική εντιμότητα μας, αλλά το ότι μία τέτοια ενέργεια αποσυνδέει ένα κράτος από τις αγορές, καθιστώντας το αυτόματα έρμαιο των όποιων δανειστών του. Επίσης επειδή η διαγραφή είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με δυσανάλογα ανταλλάγματα – όπως συνέβη με την Ελλάδα, μετά την ανόητη υπογραφή του PSI, όπου ουσιαστικά χρεοκόπησε (μοναδική ίσως εξαίρεση θα μπορούσε να θεωρηθεί η διαγραφή χρέους εκ μέρους κάποιων πιστωτριών χωρών της ΕΕ, χωρίς εθνικά ανταλλάγματα – με αιτιολογία το επαχθές χρέος που συσσώρευαν ορισμένοι διεφθαρμένοι πολιτικοί μας, με διαφθορείς χώρες όπως η Γερμανία).

Η λύση που προτείναμε από την αρχή, ήταν η επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής των δανείων μας, με επιτόκιο αντίστοιχο με το βασικό της ΕΚΤ, καθώς επίσης με μία εύλογη «περίοδο χάριτος», σε συνδυασμό με μέτρα ανάπτυξης – έτσι ώστε να καταστεί το χρέος βιώσιμο, χωρίς να απαιτηθεί η πτώχευση της πατρίδας μας, ο μακροπρόθεσμος αποκλεισμός της από τη διεθνή χρηματοδότηση, ο εξευτελισμός και η υποδούλωση της. Άλλωστε, δεν υπάρχει κανένας λόγος να αποπληρώσει μία χώρα τα χρέη της, αφού αρκεί να έχει τη δυνατότητα εξυπηρέτησης τους.

Για να κατανοήσουμε το μέγεθος της ανοησίας όλων αυτών που τάχθηκαν υπέρ του PSI ή τοποθετήθηκαν πρόσφατα υπέρ της νέας διαγραφής (παρά το ότι είναι πλέον αποδεδειγμένο ότι, με τον τρόπο αυτό «πυροβολούμε τα πόδια μας», αφού διαγράφουμε κυρίως τα δικά μας χρέη – τραπεζών, ασφαλιστικών ταμείων, οργανισμών, ιδιωτών επενδυτών), αρκεί να αναφέρουμε τη βασική μέθοδο του ΔΝΤ, όταν μία χώρα οδηγείται στον «αστερισμό» του.

Ειδικότερα, αυτά που απαιτεί το ταμείο είναι, αφενός μεν η υποτίμηση του νομίσματος του κράτους, στο οποίο εισβάλλει (ευτυχώς για την Ελλάδα δεν ήταν δυνατόν, λόγω του ευρώ), αφετέρου η αναδιάρθρωση των χρεών του – η διαγραφή δηλαδή ενός μέρους τους, καθώς επίσης η «βιώσιμη» επιμήκυνση του υπολοίπου (όπου με την έννοια «βιώσιμη» εννοούμε τη δυνατότητα εξυπηρέτησης του).   

Στη μεν πρώτη περίπτωση, μόνο οι ανόητοι θεωρούν ότι, ο στόχος της υποτίμησης είναι η αύξηση της ανταγωνιστικότητα της χώρας τους – χωρίς δυστυχώς να κατανοούν πως η κρυφή πρόθεση του ΔΝΤ δεν είναι αυτή, αλλά η διόγκωση του εξωτερικού χρέους της (εκφράζεται σε ξένο νόμισμα, το οποίο φυσικά δεν υποτιμάται – με λογικό αποτέλεσμα να μεγεθύνεται αυτόματα, σε όρους εθνικού νομίσματος). Η αύξηση της ανταγωνιστικότητας δε που επιτυγχάνεται δεν είναι τίποτα άλλο, από τη μείωση του κόστους της εργασίας, εις βάρος των απασχολουμένων – των μισθωτών κυρίως και των περιουσιακών τους στοιχείων.    

Στη δεύτερη περίπτωση, οι συνήθεις «κουτοπόνηροι» πέφτουν στην παγίδα, επειδή θεωρούν ότι δεν πρέπει να είναι αντίθετοι, όταν τους προσφέρεται ένα τέτοιο «δώρο» – χωρίς δυστυχώς να κατανοούν πως ένα κράτος χάνει με αυτόν τον τρόπο εντελώς την πρόσβαση του στις αγορές, με αποτέλεσμα να είναι απόλυτα εξαρτημένο από τη χρηματοδότηση του ταμείου («φοβού τους Δαναούς και δώρα φέροντας», έλεγαν πολύ σωστά οι πρόγονοι μας).

Το ΔΝΤ προσφέρει φυσικά δάνεια με χαμηλό επιτόκιο, αφού ο στόχος του δεν είναι ο τόκος, αλλά τα τεράστια ανταλλάγματα που απαιτεί, εκβιάζοντας το κράτος που εισβάλλει – όπως η «εκποίηση» της δημόσιας περιουσίας του, καθώς επίσης η άλωση της ιδιωτικής, με τη βοήθεια της φορολογίας, συμπεριλαμβανομένων των ισχυρών εγχώριων επιχειρήσεων (ο «αφελληνισμός» των τραπεζών στην περίπτωση της Ελλάδας, στις οποίες είναι ενυπόθηκαχρεωμένη η πλειοψηφία του πληθυσμού, θα οδηγήσει τα περιουσιακά στοιχεία των Ελλήνων στους μελλοντικούς, ξένους ιδιοκτήτες του χρηματοπιστωτικού τους συστήματος – αφού προηγουμένως οι τράπεζες θα έχουν πλήρως εξυγιανθεί εις βάρος των φορολογουμένων, οι οποίοι έχουν ήδη αναλάβει τα χρέη τους μέσω του δημοσίου).   

Στα πλαίσια αυτά, η επί πλέον διόγκωση του χρέους με τη βοήθεια διαφόρων στατιστικών «αλχημειών» (αλλαγή του λογιστικού τρόπου καταγραφής κλπ.), ολοκληρώνει το έγκλημα – καθιστώντας το θύμα του ΔΝΤ απόλυτο υποχείριο, καθώς επίσης προτεκτοράτο των εντολέων του: της υπερδύναμης και των πολυεθνικών επιχειρήσεων της.

Ακόμη δε και αν το ΑΕΠ δεν μπορεί να μειωθεί με τη βοήθεια της υποτίμησης (λόγω ευρώ), ή τα χρέη να αυξηθούν με «λογιστικές αυθαιρεσίες», έτσι ώστε η σχέση χρέος/ΑΕΠ να επιδεινώνεται συνεχώς, ο στόχος του ΔΝΤ επιτυγχάνεται με την εσωτερική υποτίμηση και την επιβολή της ύφεσης – όπου ο παρανομαστής μειώνεται διαρκώς, με αποτέλεσμα η σχέση χρέος/ΑΕΠ να αυξάνεται, ακόμη και αν ο αριθμητής παρέμενε σταθερός (Πίνακας Ι):

.

ΠΙΝΑΚΑΣ Ι: Δείκτης χρέους προς ΑΕΠ, με σταθερό χρέος ύψους 300 δις €

Χρέος

300

300

300

ΑΕΠ*

240

200

150

Χρέος / ΑΕΠ

125%

150%

200%

* Στην περίπτωση της υποτίμησης του νομίσματος μίας χώρας εκτός Ευρωζώνης έχουμε τα ίδια αποτελέσματα, αφού το ΑΕΠ μειώνεται ραγδαία, σε όρους ξένου νομίσματος – δολαρίου ή ευρώ.

.

Ανεξάρτητα τώρα από τα παραπάνω, θεωρούμε σκόπιμη μία επιγραμματική αναφορά μας στο παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα, με απώτερο στόχο την παρουσίαση της ΕΚΤ – καθώς επίσης του τρόπου, με τον οποίο θα μπορούσε εύκολα, χωρίς καθόλου κόστος, να επιλύσει την κρίση χρέους της Ευρωζώνης και της πατρίδας μας.               

 

ΤΟ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΧΡΗΜΑΤΟΠΙΣΤΩΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ

Εάν θελήσει να καταγράψει κανείς τη «μεγάλη εικόνα» του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος, κατά σειρά προτεραιότητας, οφείλει προφανώς να ξεκινήσει από την τράπεζα των τραπεζών – την BIS, με έδρα τη Βασιλεία της Ελβετίας, ένας από τους πρώην προέδρους της οποίας ήταν ταυτόχρονα αντιπρόσωπος της τράπεζας του γερμανικού Ράιχ. Η συγκεκριμένη τράπεζα θεωρείται από πολλούς ως «η φωλιά του κτήνους», αφού στα γραφεία της, πέντε φορές ετήσια, συναντώνται οι κυρίαρχοι των επιτοκίων – καθώς επίσης των ποσοτήτων χρημάτων που διατίθενται στις αγορές παγκοσμίως.

Εκτός αυτού, οι κεντρικοί τραπεζίτες των 56 χωρών-μελών της γενικής της συνέλευσης, αποφασίζουν για τις πολιτικές αντιμετώπισης του χάους που συνήθως βασιλεύει στις χρηματοπιστωτικές αγορές – επίσης, για τα «πακέτα» στήριξης των χωρών που είναι αντιμέτωπες με οικονομικές κρίσεις, χωρίς κανένας να ενημερώνεται για το περιεχόμενο των απορρήτων συζητήσεων τους.    

Περαιτέρω, εμείς τουλάχιστον αδυνατούμε να κατατάξουμε την Παγκόσμια Τράπεζα, τη «μητρική» ουσιαστικά του ΔΝΤ, σε κάποια συγκεκριμένη θέση προτεραιότητας – αν και γνωρίζουμε τη μεγάλη σημασία της, σε σχέση με τη δανειοδότηση των αναπτυσσομένων οικονομιών.

Σε γενικές γραμμές αρκεί ίσως να αναφέρουμε ότι, μετά την έξοδο των Η.Π.Α. από τον κανόνα του χρυσού, η οποία είχε σαν αποτέλεσμα τη δυνατότητα εκτύπωσης δολαρίων χωρίς κανένα αντίκρισμα, τα δάνεια της Παγκόσμιας Τράπεζας προς τις φτωχές χώρες του πλανήτη αυξήθηκαν κατακόρυφα – αν καιουσιαστικά επρόκειτο για χαρτιά ελάχιστου κόστους, τα οποία «εκτύπωνε» αφειδώς η υπερδύναμη, προσφέροντας τα έναντι χαμηλού επιτοκίου και υψηλότατων ανταλλαγμάτων.

Στα πλαίσια αυτά, ένα αρκετά μεγάλο μέρος τους (τα επαχθή δημόσια χρέη στην προκειμένη περίπτωση) κατέληγε στις «τσέπες» είτε ήδη διεφθαρμένων πολιτικών, είτε πολιτικών που διέφθειρε σκόπιμα το ΔΝΤ, έτσι ώστε να διογκώνεται το χρέος των «θυμάτων» του – με στόχο να παραμένουν τα κράτη διαχρονικά «στον ορό του». Οι διεφθαρμένοι δε αυτοί πολιτικοί κατέθεταν τα χρήματα τους συνήθως σε αμερικανικές τράπεζες – οπότε τα δολάρια ουσιαστικά «επαναπατρίζονταν».         

Συνεχίζοντας, θεωρούμε ότι, οι αμέσως επόμενες στη σειρά τράπεζες είναι, αφενός μεν η κεντρική τράπεζα των Η.Π.Α., η (ιδιωτική) Fed δηλαδή, αφετέρου η κεντρική τράπεζα της Ευρωζώνης, η ΕΚΤ – ακολουθούμενες από τις σημαντικές δυτικές κεντρικές τράπεζες, όπως η Τράπεζα της Ιαπωνίας, η Τράπεζα της Αγγλίας και η Τράπεζα της Ελβετίας.

Κάποιες από τις κεντρικές τράπεζες, οι περισσότερες, είναι κρατικές (όπως η κεντρική τράπεζα του Καναδά, της Γερμανίας κλπ.), ενώ κάποιες άλλες ιδιωτικές – μεταξύ των οποίων η Τράπεζα της Ελλάδας (μία από τις δύο εισηγμένες στο χρηματιστήριο παγκοσμίως), η οποία λέγεται ότι ανήκει πλειοψηφικά στον γνωστό ιδιωτικό οίκο Rothschild.   

Μετά τις υπόλοιπες κεντρικές τράπεζες του πλανήτη, η σημαντικότερη των οποίων είναι η κινεζική, προηγούνται οι δέκα μεγάλες  εμπορικές τράπεζες – όπως η Goldman Sachs (πρώην στελέχη της οποίας ηγούνται κρατών, όπως της Ιταλίας και ιδιωτικών ή μη κεντρικών τραπεζών, όπως της Μ. Βρετανίας και της ΕΚΤ), η J.P.Morgan, η HSBC, η Deutsche Bank, η UBS, η Credit Suisse κλπ. Στη συνέχεια έρχονται οι μικρότερες εμπορικές τράπεζες, όπου η Ευρώπη προηγείται σε συνολικό μέγεθος ισολογισμών (περί τα 30 τρις $), ακολουθούμενη από τις Η.Π.Α. (17 τρις $).

Σε γενικές γραμμές, η διαφορά μεταξύ μίας τράπεζας που ανήκει στο δημόσιο (όπως η ΑΤΕ στην Ελλάδα), καθώς επίσης μίας κεντρικής τράπεζας ενός κράτους (είτε αυτή είναι κρατική, είτε όχι) επικεντρώνεται στο ότι, στη μεν πρώτη περίπτωση το δημόσιο (οι φορολογούμενοι δηλαδή), είναι αναγκασμένο να αναλάβει τα χρέη της κρατικής τράπεζας, εάν τυχόν χρεοκοπήσει (να αυξήσει τα κεφάλαια της κοκ.), ενώ στη δεύτερη περίπτωση δεν υπάρχει αντίστοιχη υποχρέωση – αφού μία κεντρική τράπεζα, όπως θα αναλύσουμε στη συνέχεια, είναι φύσει αδύνατον να χρεοκοπήσει.    

To άρθρο αποτελείται από 3 Σελίδες (…)

Σχετικά με τον Αρθρογράφο

Βασίλης Βιλιάρδος

Βασίλης Βιλιάρδος

Οικονομολόγος

E-mail: viliardos@analyst.gr

Ειδικότητα: Mάκρο-οικονομικά / Πολιτική Οικονομία

Συμφωνείτε ή διαφωνείτε; Συντάξτε την άποψή σας

Απόψεις και σχόλια

/* ]]> */